|

Το 1986, ο Marco Bellocchio είχε γυρίσει το Diavolo in corpo, μεταφέροντας στην οθόνη το μυθιστόρημα του Raymond Radiguet το οποίο στον μεσοπόλεμο είχε σοκάρει την συντηρητική κοινωνία. Την ίδια χρονιά που εκδόθηκε το μυθιστόρημα, το 1923, εγκατέλειψε τα εγκόσμια ο Radiguet στην ηλικία των 20 ετών και έξι μηνών από τυφοειδή πυρετό. Φέρνοντας το σενάριο στα σύγχρονα μέτρα, ο Bellocchio μεταφέρει το θέμα από την Γαλλία και τον Μεγάλο Πόλεμο στην Ιταλία της δεκαετίας των αρχών του ΄80 τοποθετώντας στο κάδρο και τις Ερυθρές ταξιαρχίες.
To ’86 είχα ενθουσιαστεί με τη ταινία, εκτέθηκα δε αναλόγως και γραπτώς. Βλέποντας την στις μέρες μας, δεν μπορώ να καταλάβω τι με ενθουσίασε. Αρκετά φλύαρη, άνευρη, ακούμπησε ολοκληρωτικά στην ομορφιά και στην γύμνια της Ολλανδής πρωταγωνίστριάς του Marouscka Detmers, έβαλε στο φινάλε λίγο Αντιγόνη, μια δόση Κρέοντα, το τύλιξε με μερικά όμορφα Ιταλιάνικα εξωτερικά πλάνα και το πρόσφερε στο κινηματογραφικό κοινό.
Σαράντα έτη αργότερα, στα 86 του χρόνια, ο Bellocchio γυρίζει την απαγωγή και δολοφονία του Χριστιανοδημοκράτη ηγέτη Aldo Moro. Ακροβατεί ολίγον σκηνοθετικά με διάφορα τεχνάσματα, χωρίς όμως να παραποιεί τα γεγονότα, δίχως να απομακρύνεται από την πραγματικότητα. Από την αρχή τοποθετείται χωρίς ενδοιασμούς χρεώνοντας το φόνο περισσότερο στους πολιτικούς συνοδοιπόρους του Moro και λιγότερο στους Brigadisti. Με τίτλο Esterno Notte, περιγράφει τις τελευταίες μέρες του Moro, λίγο πριν απαχθεί και όλο το χρονικό διάστημα της ομηρίας του έως την εκτέλεσή του μέσα στο κρεμεζί 4L.
Απλώνει συγκινητικά το σενάριο το οποίο έχει συνυπογράψει, στηρίζεται σε καλές ερμηνείες, μεταφέροντας την αποτρόπαια δομή της πολιτικής, την υποκρισία της εξουσίας, τα αδιέξοδα που δημιουργούνται από συγκρουόμενα μεγάλα συμφέροντα. Ευτυχώς, δεν υπάρχει περίπτωση να το ξαναδώ μετά από μια τεσσαρακονταετία και να απορήσω γιατί με συγκίνησε το 2026, καθότι: ποιος ζει 109 χρόνια;
|
|
Read more...
|
|
|
Η τελευταία δημιουργία του Paolo Sorrentino χτίστηκε πάνω στον Toni Servillo, στα αιχμηρά και συχνά αδιέξοδα περί δικαίου ζητήματα, στις αλληγορίες, στα φαντάσματα του παρελθόντος, στην αναποφασιστικότητα, αλλά και στην άποψη για το πώς θα έπρεπε να λειτουργεί η ύπατη εξουσία. Πολλά καλά συστατικά και πως θα μπορούσαν να μην συγκροτήσουν ένα πλήρες, ενδιαφέρον, συχνά κατανυκτικό σύνολο;

Παρακολουθούμε τους τελευταίους μήνες της θητείας του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας, που βρίσκεται σε μια μόνιμη δοκιμασία. Ταλανίζεται τόσο από τα ακανθώδη προσωπικά του ερωτήματα, όσο και από τα βάρη του λειτουργήματός του. Ογκόλιθος της εφαρμοσμένης Νομικής επιστήμης, καθόλου τυχαίο το παρανόμι του cemento armato (ενισχυμένο σκυρόδερμα), ποτισμένος βαθιά με τις αξίες της Χριστιανοδημοκρατίας, έχει να αντιμετωπίσει τρία σοβαρά θέματα πριν παραδώσει. Μα πάνω απ’ όλα έχει να αντικρίσει τον εαυτό του.
|
|
Read more...
|
|

Αυτή η κατάρα της φτώχειας και της διαφθοράς που πλήττει αιώνες τώρα τις πλούσιες χώρες της Λατινικής Αμερικής είναι συχνά γόνιμο θέμα κινηματογραφικών παραγωγών. Τελευταία, μέχρι στιγμής, αναφορά η ταινία «Ο Μυστικός Πράκτορας», που μας πηγαίνει στο 1977 όταν το δικτατορικό καθεστώς στην Βραζιλία μετρούσε ήδη 13 χρόνια εξουσίας και δεν θα έπεφτε ούτε στα επόμενα οκτώ.
Άλλο θέμα ότι ταλαιπωρείται ακόμα με περιπτώσεις τύπου Ζαίρ Μπολσονάρο. Το ντοκυμαντέρ Apocalypse in the Tropics που εξερευνά τον πολιτικό ρόλο των ευαγγελιστών στη Βραζιλία και το The Edge of Democracy, μια πολιτική ματιά στην κατάρρευση των κυβερνήσεων, μας πληροφορούν πολλά για τις μεταδικτατορικές εξελίξεις στην πατρίδα του Lula, του Pele, του Senna.
Στην οθόνη ξεδιπλώνεται η αγωνία καθηγητή - ερευνητή Πανεπιστημίου να κρυφτεί από την απηνή καταδίωξη της εξουσίας, η οποία ξεκινά καθαρά ποινικά και εκδικητικά από την ιδιωτική πρωτοβουλία που εκμεταλλεύεται όλο το φάσμα του παρακράτους που ζει και θεριεύει σε κάθε στρατιωτική δικτατορία.
Έχουμε ένα φιλμ νεονουάρ, που δίνει άμεσα την εντύπωση στον θεατή ότι h κατάσταση θα κλιμακώνεται από το κακό στο χειρότερο, ότι όσο κυλά ο χρόνος τα περιθώρια θα στενεύουν για τον κεντρικό ήρωα. Ακόμα και τα κομμάτια των Chicago ή της Donna Summer που ακούγονται, προσωρινά και μόνο προσφέρουν ανάσα αισιοδοξίας.
|
|
Read more...
|
|
Αν ο σκοπός των δημιουργών της ταινίας ήταν δείξουν την ωμότητα, τη λατρεία της πράσινης θεότητας του δολαρίου, την σύνδεση της επιτυχίας με την κομπίνα, τη βία, την ρηχότητα της καθημερινότητας, την διάσταση ανάμεσα στον πλούτο και τη φτώχεια, με λίγες λέξεις το σύνολο μιας μεγάλης και κατά τα φαινόμενα κυρίαρχης πραγματικότητας των Η.Π.Α., πέτυχαν του σκοπού τους.

Εφόσον λοιπόν συμβαίνει αυτό, η ταινία μετατρέπεται σε ένα χρήσιμο βοήθημα κατανόησης του τι, του πως και του γιατί συμβαίνει εκεί ότι συμβαίνει, που προβαλλόμενο στο σήμερα, στις μέρες κυριαρχίας του 47ου προέδρου τους, μας δίνει κάποιες απαντήσεις σε βασικά ερωτήματα.
|
|
Read more...
|
|

Την προέβαλε το τρίτο κανάλι της κρατικής τηλεόρασης την Κυριακή 14/12ου. Συγκαταλέγεται, κατ΄αρχάς, στις ταινίες που ο ελληνικός τίτλος αποδίδει στο ακέραιο τον πρωτότυπο. Όπως λοιπόν μαρτυρά, πραγματεύεται την τελευταία νύχτα υπηρεσίας του αστυνόμου Φράνκο Αμόρε.
Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις το κλίμα είναι χαλαρό, οι ώρες περνούν γρήγορα και εύκολα, ειδικά για όσους τίμησαν το σήμα και τα καθήκοντά τους στη διάρκεια της υπηρεσίας τους. Αν και ο ήρωάς μας πληροί αυτές τις προϋποθέσεις η τελευταία του νύχτα θα συγκεντρώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα απειλήσουν όχι μόνον τον πρότερο ηθικό του βίο αλλά και την ίδια του τη ζωή.
Με μαεστρία ο σκηνοθέτης Αντρέα ντι Στέφανο στήνει ένα υποβλητικό νυκτερινό πλαίσιο όπου κορυφώνεται η πλοκή. Βρισκόμαστε στο Μιλάνο όπου μπορεί να συνυπάρχουν η Πιάτσα ντελ Ντουόμο, η Γκαλερία Βιτόριο Εμανουέλε, τα ατελιέ των σημαντικότερων σχεδιαστών του κόσμου, η διαβόητη Σκάλα, ένα μεγάλο κομμάτι από κάθε είδος πλούτου του Ιταλικού βορά και μια λεπτή κοσμικότητα, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και ότι γεννά η διαφθορά, το έγκλημα και το πολύ χρήμα.
Κάπως έτσι εμπλέκεται ο Αμόρε, ανάμεσα στον υποδειγματικό μέχρι τότε βίο του και στο άθελα του πέρασμα στο σκοτεινό και βίαιο κόσμο του εγκλήματος. Η κορύφωση διαδραματίζεται σε μια σήραγγα ταχείας οδού, όπου οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές. Ανταλλαγές πυρών, πέντε νεκροί, ένα πολύτιμο φορτίο και μια αλλόκοτη συναλλαγή μεταξύ διεφθαρμένων αστυνομικών και Κινέζων εγκληματιών.
|
|
Read more...
|
|
Υπάρχει, κακώς ίσως, ένα είδος επιφύλαξης για τον κινηματογράφο που μας έρχεται από την μακρινή Ανατολή. Ακόμα και για το Perfect days (Υπέροχες μέρες), που επιπροσθέτως είχε και την «δυτική» σφραγίδα του W. Wenders. Άλλο θέμα αν μετά το τέλος της προβολής καταλάβαινες ότι παρακολούθησες σημαντικό κινηματογράφο που κάτι σου είπε, κάτι σου άφησε.

Το αυτό και ακόμα περισσότερο για το Black dog όχι μόνο διότι δεν εμπεριέχει κανένα δυτικό στοιχείο, αλλά διότι απομακρύνθηκε ακόμα περισσότερο λόγω περιεχομένου, σκηνικών και εξωτερικών γυρισμάτων από οικεία θέματα. Οι επιφυλάξεις όμως, άρχισαν να αίρονται από τις πολύ πρώτες σκηνές.
|
|
Read more...
|
|
Άδεια κινηματογραφική αίθουσα, τέσσερις (4) όλοι κι όλοι, άρα ιδανικές συνθήκες για κάποιο θεατή ώστε να μην ακούει μασέλες να θρυμματίζουν τροφές, κινητά να λαμπυρίζουν και σκόρπιες κουβέντες, πλην όμως απελπισία για τον αιθουσάρχη.
Αυτό ήταν το περιβάλλον για τη θέαση της ταινίας Nouvelle Vague του Richard Linklater. Όταν μετά από 103 λεπτά η προβολή ολοκληρώθηκε έγινε αντιληπτή η αιτία του ολίγιστου κοινού πέραν από την σχετικά εργάσιμη ώρα - μέρα και τον βροχερό καιρό. Ότι, δηλαδή, είναι ένα διαφορετικό είδος κινηματογράφου, που απευθύνεται σε περιορισμένο κοινό, δύσκολο να συγκινήσει μεγαλύτερες μάζες είτε διότι είναι ασπρόμαυρη, είτε διότι το φορμά (4:3) είναι πεπαλαιωμένο, αλλά κυρίως διότι θίγει ένα λεπτό, ιδιαίτερο θέμα μακρινό από εντυπωσιακές σύγχρονες παραγωγές. Όλα τούτα όμως, κάνουν το αποτέλεσμα πολύ γοητευτικό, τουλάχιστον σε όσους έχουν κάποια σύνδεση με το παρελθόν.
|
|
Read more...
|
Θα την έβλεπα ούτως ή άλλως, αλλά μια, ας την χαρακτηρίσω, φτηνή κριτική, που μας προέτρεψε: «να δούμε το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ3 «Νυρεμβέργη» για να καταλάβουμε το μέγεθος της μπαρούφας του Τζέιμς Βάντερμπιλτ!» υπήρξε καταλυτική. Όπου James Wanderbilt o σκηνοθέτης της ταινίας Nuremberg, στην οποία ξεχώρισαν με τις ερμηνείες τους ο Αυστραλός Russell Crowe, ο Αμερικανο-Aιγύπτιος Rami Malek, ο Βρετανός Leo Woodall και ο Αμερικανός Michael Shannon.

Η παραγωγή πλούσια και συχνά επιβλητική αφηγείται την ιδιαίτερη σχέση που οικοδομήθηκε ανάμεσα στον ψυχίατρο του Αμερικανικού Στρατού, ταγματάρχη Douglas Kelley και του στρατάρχη του Γ΄Ράιχ, Hermann Göring κατά τη διάρκεια της διαβόητης δίκης της Νυρεμβέργης όπου προσήχθησαν, κατηγορήθηκαν και δικάστηκαν 22 ηγέτες του ναζιστικού καθεστώτος. Προφανώς η κινηματογραφική αφήγηση έχει ενσωματώσει και φανταστικά στοιχεία, προκειμένου να κάνει το προϊόν πιο ελκυστικό. Ειδικά στους διαλόγους που αν και αρκετές φορές είναι προβλέψιμοι, κάποιες άλλες είναι αποκαλυπτικοί.
|
|
Read more...
|
|
Κοπιώδης και τελικά πετυχημένη η δουλειά του 66χρονου Γερμανού Andres Veiel, μας προσέφερε μια μεστή παρουσίαση των στοιχείων που δημιούργησαν την εικόνα, αλλά και το μύθο της Γερμανίδας καλλιτέχνιδας. Η Leni Riefenstahl, υπήρξε ηθοποιός, σκηνοθέτιδα, φωτογράφος, παραγωγός, μοντέζ και χωρίς αμφιβολία αποτέλεσε μια μοναδική γυναίκα στην χρονική περίοδο που ήταν στην δημιουργική της κορφή. Αυτό και την πρωτοποριακή, πολυσύνθετη παρουσία της δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί, ούτε να της το αφαιρέσει.

Εκεί όμως που δεν μπορεί να πείσει έναν αντικειμενικό μελετητή, είναι πως ήταν μόνο μια επαγγελματίας που έκανε τη δουλειά της, αλλά έτυχε ο εργοδότης της να είναι ο Αδόλφος. Σύμφωνοι, δεν έγινε ποτέ μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, αλλά το αποτέλεσμα της δουλειάς της ήταν η αποθέωση της ιδεολογίας που έφερε την συμφορά στην πατρίδα της, στον πλανήτη μαζί με 60 εκατομμύρια νεκρούς. Η ίδια το αρνείται πεισματικά, αλλά ο τρόπος που το κάνει δεν πείθει.
|
|
Read more...
|
|
Αν ο σκοπός του Paul Thomas Anderson ήταν να μας δείξει πως, ανάμεσα σε μια μέση αδιάφορη καταναλωτική τάξη, την ηγεσία που κινείται αμοραλιστικά και σε ένα πιθανά ενεργό επαναστατικό κίνημα έχει χαθεί κάθε ελπίδα ή έστω πιθανότητα για μια ισορροπημένη βόρεια Αμερική, πέτυχε του σκοπού του.

Κατάφερε εν ολίγοις να δείξει ότι το επίπεδο τόσο των θεματοφυλάκων του συντηρητισμού και του πολιτικά ορθού, όσο και των αντιφρονούντων που είναι αποφασισμένοι να φθάσουν στα άκρα είναι χαμηλό. Ιδεολογικά, εκφραστικά, γνωσιολογικά. Παντού, απογοητευτικά χαμηλό
|
|
Read more...
|
|
|