Διήγημα

Λίγες λέξεις που χτίστηκαν γύρω από μια ιδέα, όπου ένα πολύ αισιόδοξο βλέμμα τις βάφτισε διήγημα.

 



O Σκάϊλος Ντάνυ – (Παρασκευή 6 Ιουλίου 2018) PDF Print E-mail

Κατέφθασε πριν ένα χρόνο, φουντωτός, μεγάλος σε διαστάσεις, μικρός σε ηλικία, ήσυχος. Και απρόσκλητος. Από πιαρατζίδικη χειρονομία, γλυκιά μεν, μαζική δε. Αν η ερώτηση ήταν περί ράτσας, η απάντηση θα πλησίαζε περισσότερο σε αυτή του αγίου Βερνάδρου. Απευθύνθηκα προς μια ευαίσθητη ψυχή μήπως τον ήθελε, πλην όμως τον αρνήθηκε.


Το καλοκαίρι δεν πέρασε άσχημα, αν και αποκλειστικά ανάμεσα σε ενήλικες, η χνουδωτή ζωή του, ήταν κάπως αδιάφορη, εκεί στα θερινά ανάκτορα του οίκου μας. Ακολούθησε όμως ένας ολόκερος χειμώνας δίχως καμιά συντροφιά. Η μοναξιά σημάδεψε με μελαγχολία την απορημένη ματιά του.

Ακινητοποιημένος, χωρίς παρέα, στην υγρασία και το κρύο, χωρίς κανένα χάδι σε εκείνες τις ατέλειωτες νύχτες. Κάτι μισόλογα μόνον, αραιά και που, στις σπάνιες επισκέψεις μου. Δεν ήταν αρκετά ούτε να αποσύρουν τις τύψεις μου για την μοναχική του τύχη, ούτε πολύ περισσότερο να του αφαιρέσουν την πικρή αίσθηση της εγκατάλειψης.

Read more...
 
«Όμορφη Ελλάς» (μέρος δεύτερο) – (Πέμπτη 28 Ιουνίου 2018) PDF Print E-mail

Ιστορίες για την κιβωτό, που κουβαλούσε έναν μυθικό καμβά χαρακτήρων. (μέρος δεύτερο)

Στο μεταξύ άλλαζαν οι καπεταναίοι. Είχαν έρθει κάτι εγκσυγχρονιστές καθηγητάδες. Μετά κατέφθασαν οι επανιδρυτές του κράτους. Μα στο δρόμο κουράστηκαν. Μέχρι που μας προέκυψε ένας εγγονός και γιός καπετάνιου να αναλάβει τα κουμάντα.  Μας διαβεβαίωσε πως έχουμε καύσιμα και τρόφιμα.

 

Μετά από λίγο κατέβασε το βαπόρι στο ακρονήσι μας, εκεί στο μοιχό της Τουρκιάς και έβγαλε φετφά. Με μωβ γραβάτα. Τα κατάφερε, εκφώνησε στην ντόπια γλώσσα δυο προτάσεις αντιληπτές, χωρίς σαρδάμ, και  τι μας είπε; Ότι και η φωνάρα του καλλιτέχνη πριν χρόνια: «μ’ αφήσανε μάνες σε κάποιο χορό, στα βράχια του Ζάλογγου, στον Ευρογκρεμό»

Read more...
 
«Όμορφη Ελλάς» (μέρος πρώτο) – (Τρίτη 26 Ιουνίου 2018) PDF Print E-mail

Ιστορίες για την κιβωτό, που κουβαλούσε έναν μυθικό καμβά χαρακτήρων. (μέρος πρώτο)

Ήταν ένα μικρό καράβι, αλλά καθόλου αταξίδευτο. «Όμορφη Ελλάς» έγραφε πάνω στο ελλειπτικό πλωριό του. Παλιό, πολύ παλιό, αλλά αξιόπλοο.  Μερικές στιγμές, δεν ήταν τόσο όμορφο. Κάποιες άλλες δεν ήταν και τόσο «Ελλάς». Αλλά όλο και κρατούσε, με μια περίεργη συνθήκη κρυμμένα, αυτά τα δυο συστατικά, κάπου στα τρίσβαθα των αμπαριών του.

Και εκεί, που πήγαιναν να σβήσουν, εκεί που ήταν όλα σχεδόν χαμένα, κάτι γινόταν, αναπάντεχο θα ‘λεγες και ερχόταν μια πνοή, ένας άνεμος και τα ξαναζωντάνευε. Είχε καταλήξει το αξιοπερίεργο της Ιστορίας. Δεν ήταν τυχαίο, που ακόμα πιο παλιά, σπουδαίοι καλλιτέχνες, οι εικονολήπτες εκείνης της εποχής, ζωγράφιζαν τις ηρωικές παραστάσεις του και στας Ευρώπας. Όπως: «Στα ερείπια του Μεσολογγίου», «Σφαγή της Χίου», «Σουλιώτισες».

Το βαπόρι «όμορφη Ελλάς», ήταν σαν μια κιβωτός. Στα καταστρώματα του κουβαλούσε κάθε πλάσμα. Κάθε ψυχή. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά μέσα από τις ατελείωτες διασταυρώσεις, μα και από τα καλά ή κακά συναπαντήματα στις θάλασσες του κόσμου όλου, είχε αποκτήσει έναν μυθικό πλούτο χαρακτήρων.

Δεν κουβαλούσε μόνον ανθρώπους, μετέφερε και αγαθά. Ιδέες. Λέξεις που ‘χαν μείνει καρφωμένες με γράμματα ανεξίτηλα στις λαμαρίνες του. Κάτι ακαταλαβίστικα του τύπου: «...χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν», κάτι «δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς, που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς»

Read more...
 
γκρίζο στο γαλανό – (Τετάρτη 14 Φεβρουαρίου 2018) PDF Print E-mail

Μονόπρακτο, κάτω από γκρίζο ουρανό.

Κυριακή. Ο χειμώνας μετρά καμιά 20αρία μέρες για να σβήσει, αλλά κάτω από τα σύννεφά του, δεν δείχνει πρόθυμος να αποχωρήσει.  Στα παράλια της ανατολικής πλευράς της Εύβοιας, τα πελαγίσια, βουβά κύματα παράγουν εκείνο τον υπόκωφο, βαρύ ήχο καθώς σκάνε στα βράχια.  Μελαγχολικό τοπίο. Η άμμος είναι περισσότερο γκρίζα παρά ξανθή. Η μικρή παρέα, βηματίζει για λίγο πάνω της.


Το μόνο που επιχειρεί να δώσει μια νότα αισιοδοξίας, είναι η γαλανή απόχρωση της θάλασσας στα τελευταία μέτρα πριν συναντήσει την παραλία και κάτι φευγαλέες ακτίνες του ήλιου που ξεφεύγουν για λίγο από τον κλοιό των νεφών, προσφέροντας κάτι σαν αισιοδοξία.

Μισή ώρα αργότερα και 14 χιλιόμετρα μακρύτερα, τα μονοψήφια νούμερα της θερμοκρασίας κάνουν  το ημιορεινό χωρίο,  ακόμα πιο γκρίζο. Τα δυο ζευγάρια, στριμώχνονται δίπλα στο τζάκι του καταστήματος που η επιγραφή του αναγράφει «ταβέρνα – κρεοπωλείο».

Read more...
 
Γίνεται ο Κινέζος, Τούρκος; - (Κυριακή 21 Ιανουαρίου 2018) PDF Print E-mail

Θεατρικό μονόπρακτο, βγαλμένο από τα σπλάχνα των Μνημονίων στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Σκηνικό: Χειμώνας, Γενάρης μήνας. Το εορταστικό πνεύμα απομακρύνθηκε, τα στολίδια μαζεύτηκαν, η πόλη αποκτά, στο βαθμό που το μπορεί, μια κανονικότητα.

Κέντρο. Απόγευμα. Πλούσιο πλάγιο χειμερινό φως σε χρυσές αποχρώσεις  κάτω από καταγάλανο ουρανό. Κίνηση λίγη. Δρόμος στενός, κάθετος στη μεγάλη λεωφόρο. Κτίριο παλιό, κάπως ατημέλητο, για κάποιους λιγότερο ενοχλητικό από το επιτηδευμένο μοντέρνο στυλ που επιδιώκει να επιδεικνύει το μέτρο της επιτυχίας.

Στον πρώτο όροφο, μεσιτικό γραφείο. Στα ενδότερα, αίθουσα μικρή, τραπέζι γυάλινο οβάλ, μια παραφωνία μέσα στο παλιό οίκημα. Ακριβώς απέναντι πολύ κοντά, μπαλκονάκι άλλου παλιού κτιρίου, όπου κοστουμάτοι βγαίνουν βιαστικά για ένα τσιγάρο. Ταυτόχρονα κοιτούν το κινητό τους, στέλνουν κάποιο μήνυμα, κάνουν ένα αγχωμένο τηλεφώνημα και μόλις ολοκληρώνεται η συνδυασμένη σπονδή στον καπνό και στην κινητή τηλεφωνία, μπαίνουν μέσα.

Read more...
 
θες δε θες - (Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017) PDF Print E-mail

Μονόπρακτο, πάνω σε μια συνομιλία που ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε, ένεκα οι μέρες, με ευχές. Οι συνομιλητές είναι γνωστοί για ένα τέταρτο του αιώνα. Με πορείες όμως σπάνια τεμνόμενες. Ήταν, είναι η ίδια η ζωή, που όπως τους έφερνε κοντά με τον ίδιο τρόπο τους απομάκρυνε. Σε τοπικό επίπεδο τουλάχιστον.

Ο ηλικιακά μεγαλύτερος ρίζωσε στον τόπο. Ο μικρότερος, πιο ανήσυχο πνεύμα έζησε και ζει, εργάστηκε και εργάζεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο εξωτερικό. Την εποχή των ηλεκτρονικών μηνυμάτων, της ψηφιακής εικόνας, και της επικοινωνιακής αμεσότητας, οι αποστάσεις έχουν συρρικνωθεί. Έτσι, παρά το γεγονός ότι τους χωρίζουν δυο θάλασσες, οι λέξεις φτάνουν στους παραλήπτες άμεσα.

Ο ένας είναι, ας πούμε, Ποιητής, ο άλλος, ας πούμε Σιδεράς. Ας πούμε επίσης, ότι καμιά φορά αλλάζουν και ρόλους. Επιτυχημένα μάλιστα. Η σκηνή χωρίζεται στα δυο από βαριά, σκούρα κουρτίνα.

Στα αριστερά, τραπέζι κάποιου café όπου κάθεται ο Σιδεράς, στραμμένος προς την κουρτίνα, Το smartphone φωτίζει με το ψυχρό του φως το πρόσωπο. Στο φόντο Αμερικάνικη μεγαλούπολη, καταμεσήμερο με νεφελώδη ουρανό. Στη μουσική υπόκρουση, νότες από κάτι πολύ δυτικό, όταν διαβάζει αυτά που γράφει προς αποστολή.


Στα δεξιά, γραφείο σε σπίτι κι από το ανοικτό παράθυρο διακρίνεται ο λόφος του Λυκαβητού την ώρα που ο ήλιος  οδεύει προς τη δύση. Ο Ποιητής κοιτά κι’ αυτός προς την κουρτίνα, έχει ανάψει το φως του γραφείου του και πληκτρολογεί μονολογώντας, αυτά που συντάσσει, την ώρα που ακούγεται χαμηλά δημοφιλές, ελληνικό, μουσικό κομμάτι.

Αυλαία.

Read more...