Αθήναι – (Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024) PDF Print E-mail

Αρκετά χρόνια νωρίτερα το κέντρο τη Αθήνας, ήταν πολύ οικείο. Ταυτόχρονα, συχνά ήταν ενδιαφέρον και γοητευτικό, σπανιότερα αγχωτικό ένεκα κυκλοφοριακού, ή αποπνιχτικό λόγω θερμοκρασιών. Μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα βρισκόμουν εκεί σχεδόν καθημερινώς. Κυρίως κατά τη διάρκεια της ημέρας. Θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι το ήξερα σχετικά καλά. Στην μνήμη μου είχε πακτωθεί τεράστιος όγκος εμπειριών, εικόνων και συνηθειών για ένα χρονικό διάστημα σαράντα ετών.


Όμως, σημαντικές αλλαγές στην καθημερινότητά μου προοδευτικά με απομάκρυναν από αυτό που θεωρούσα ότι γνώριζα καλά. Εξίσου προοδευτικά, μεν, γοργά δε, αυτό που όριζα ως κέντρο, άλλαζε. Πρωί Κυριακής, μεσαία σχόλη τριημέρου με μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού της πόλης να έχει αναχωρήσει για να θορυβήσει και την ευρύτερη επαρχία, δεν θα ήταν άσχημη ιδέα για να ξαναγνωριστούμε. Όπερ και εγένετο. Ακολουθούν ολίγαι εντυπώσεις.

Μέσα Μαρτίου, γλυκές θερμοκρασίες και παρά την πρωινή λιακάδα, οι μεσημβρινοί όμβροι με το αντίστοιχο βοριαδάκι ήταν αναμενόμενοι. Δρόμοι άδειοι, φιλικοί. Ο Άγιος Γεώργιος στη πλατεία Καρύτση σχεδόν άδειος, η λειτουργία τελείται με δυο πιστούς παρόντες. Λίγοι περαστικοί ανάβουν ένα κερί, αφήνουν τον οβολό τους και εξέρχονται.


Στην είσοδο του ναού άστεγος ζητά μια βοήθεια. Προ λίγων λεπτών είχε σηκωθεί από το στέκι του, κάτω από το γωνιακό υπόστεγο της Ανθίμου Γαζή με τη Χρήστου Λαδά. Από την μικρή συνομιλία που διημείφθη, προέκυψε ότι είναι οκτώ χρόνια «την αστεγία», κατά πως το έθεσε. Με μια φυσιολογική, καθημερινότητα μέχρι τότε και με ένα παράπονο για όσους θεωρούσε φίλους.

Στη Σταδίου, τα κουφάρια του «Απόλλων» και του «Αττικόν» εκεί, παρόντα, πίσω από λαμαρίνες, κάτω από χαλύβδινα δοκάρια, για να συγκρατούνται οι τοίχοι. Παρόντα και υπενθυμίζοντα το σκληρό Δεκέμβρη του ’08 που έθεσε ακραία ερωτήματα με βία και φωτιές, δίχως να λάβει απαντήσεις. Δέκα επτά  μήνες αργότερα κατέφθασε το πρώτο Μνημόνιο.

Στο στενό πεζοδρόμιο, έξωθεν από τις belle époque suites στην Πραξιτέλους ομάδα Ινδών τουριστών σχεδιάζει τη βόλτα της.

Λίγο αργότερα ένα άλλο γκρουπ αλλοδαπών έσερνε τις εποχούμενες αποσκευές του στο πεζοδρόμιο από την Καρύτση στην Κολοκοτρώνη που κάποτε έσφυζε ο παλμός της δημοσιογραφίας.

Αλλαγή σκηνικού στην πλατεία Δεξαμενής. Στο άγαλμα του Ελύτη, ξεχασμένο ένα παιδικό παγούρι, και στα κάγκελα της παιδικής χαράς κρεμασμένο ένα σακίδιο. Μοναχικοί ζωόφιλοι ανταλλάσσουν απόψεις, με άλλους μοναχικούς ζωόφιλους την στιγμή που τα κυνάριά τους δεν χαίρονται την αντίστοιχη επικοινωνία.

Βεβαίως, η τρέχουσα, επικρατούσα, ορθή πλέον ορολογία, είναι κηδεμόνας οικόσιτου ζώου και ουχί ζωόφιλος.

Απαραίτητη και η ρύπανση των επιφανειών του θερινού κινηματογράφου, ως έκφραση ποδοσφαιρικών προτιμήσεων, ενδεικτικό συνήθων, κατά κυριολεξία γραφικών δραστηριοτήτων.

Ασφαλώς δεν λησμονείται η άποψη ότι μερικά από αυτά εκφράζουν έντεχνα μαζικούς καημούς και λαϊκές χαρμολύπες. Ανάμεσα από τους όγκους των πολυκατοικιών διακρίνεται και η Ακρόπολις των Αθηνών.

Περπατητά την Πανεπιστημίου μέχρι την πλας ντε λα Κονκόρντ. Το λουκουματζίδικο Αιγαίο, το πρατήριο των εκδόσεων «Πάπυρος», το σινέ Ιντεάλ, το εστιατόριο Ιdeal, απόντα. Δεν είναι ότι η Αθήνα που γνώριζα, χάνεται. Είναι ότι χάθηκε.

Δεν είναι μελοντραματίκ σπάραγμα αυτό. Είναι διαπίστωση. Παρόμοια με εκείνη που θα έκαναν οι μεσοπολεμικοί όταν χάνονταν αυτά που ήξεραν, ή όσοι ενηλικιώθηκαν στον Εμφύλιο όταν η δεκαετία του ΄80 σάρωνε το παρελθόν τους.

Απέναντι το άγαλμα του Αλέξανδρου Παναγούλη, να δείχνει δρόμους που λίγοι, πολύ λίγοι ακολούθησαν. Να γλυτώσεις από το εκτελεστικό απόσπασμα και να καταδικαστείς από τροχαίο στα 37 σου, δεν είναι σύνηθες.


Στην Ομόνοια, κάτω από έναν ουρανό που γκριζάριζε σφόδρα, εκεί όπου ο Γιώργος Ιωάννου κατέγραφε πριν 44 χρόνια ότι «συχνάζουν υποψιασμένα κορμιά», εκεί και το ομώνυμο ξενοδοχείο όπου παρατηρούσε τις ηλικιωμένες να καταναλώνουν πάστες. Το ξενοδοχείο μετετράπη εις μεγκακατάστημα καλλυντικών, ο Ιωάννου εγκατέλειψε τα εγκόσμια, μα τα «οφίσιαλ τουρ» σαρώνουν τους δρόμους της πρωτευούσης φουλ οφ τούριστς κι ας είναι νεφοσκεπής Μάρτης.

Ξεκίνησε η βροχούλα. Στο κέντρο του κέντρου. Στην Κονστατιούσον σκουέρ η μυρωδιά από την τηγανίλα του ταχυφαγείου, λίγο έλειψε να σκεπάσει τις μνήμες «Παπασπύρου», τις πράσινες τέντες με τα τραπεζάκια απέναντι και τις απόπειρες από τους πρωτοπόρους εκπροσώπους του «γκρηκ καμάκι» που έκαναν και αυτοί το δικό τους αόυτιν από τις συντηρητικές γειτονιές.

Λίγο πιο εκεί το πρώην υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων είχε γίνει, τι άλλο; Χοτέλι. Και όχι σαν κι αυτό που ήταν ρεσεψιονίστ ο Βαγγέλης Καζάν στο «Κορίτσια στον Ήλιο» και απ’ έξω ξεροστάλιαζε ο παίδαρος Βόγλης για τα γαλανά όκια της Καλιφορνέζας με Σουηδική ρίζα Αν Λόμπεργκ. Παν’ αυτά. Στολές, πηλίκια και γκράντε κυριλίκια έχει πια το τουριστικό μενού.

Αλλά τούτο το μεταμοντέρνο πανηγύρι στην πρωτεύουσα έχει και άλλη όψη. Στην πλακόστρωτη βρεγμένη Ερμού η ακραία αντίθεση στην τόσο σπρωγμένη ως πανάκεια για κάθε ασθένεια, Πολυτέλεια είναι παρούσα. Μια εικόνα, αρκεί.


Αλλά ακόμα και το ακλόνητο εις τους αιώνας «Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια» κινδυνεύει. Τα δύο πέμπτα του κλιμακοστασίου της Αγίας Ειρήνης είναι καταλυμένο από τραπεζοκαθίσματα. Ίσως να τα έχει ευλογήσει ο Δεσπότης. Αμήν.

Το κέντρο των Αθηνών φαντάζει σαν ο πυρήνας μιας βαριάς βιομηχανίας σίτισης διερχομένων. Κάτω από αυτές τις τρέχουσες συνθήκες είναι ίσως θετικό που παραδοσιακά μαγαζιά δεν υπάρχουν πια, ότι κράτησαν έναν χαρακτήρα και δεν πέρασαν σε κάποιο υβριδικό μοντέλο παρακμιακής επιβίωσης. Φαντάζετε κανείς τη φιγούρα του Κατσίμπαλη από του Απότσου να σερβίρετε σούσι, ταϋλανδέζικο, κινέζικο ή νουβέλ κιουζίν κάπου άλλου στην πόλη;

Μα δεν υπάρχει Κατσίμπαλης στις μέρες μας, όπως δεν περπατούν στους δρόμους άλλοι παρόμοιοι όπως ο Θεοδωράκης, ο Σεφεριάδης, Χατζιδάκις και ο κατάλογος είναι μακρύς. Υπάρχουν όμως άλλοι. Κάπως διαφορετικοί, ίσως όχι τόσο αγέρωχοι, πιθανόν ούτε τόσο του όποιου καθήκοντος και σίγουρα αναγκασμένοι να πορεύονται με άλλους όρους. Αλλά υπάρχουν. Και πιθανότατα έχουν και αυτά που ορίζονται ως στέκια. Όπως τότε το πατάρι του Λουμίδη ή το Βυζάντιο.

Ας το επαναλάβω. Δεν είναι που η Αθήνα που γνώριζα, χάνεται. Είναι ότι χάθηκε. Και δεν είναι μελοντραματίκ σπάραγμα αυτό. Είναι διαπίστωση. Παρόμοια με εκείνη που θα έκαναν οι μεσοπολεμικοί όταν χάνονταν αυτά που ήξεραν, ή όσοι ενηλικιώθηκαν στον Εμφύλιο όταν η δεκαετία του ΄80 σάρωνε το παρελθόν τους.

Είναι η ανατολή που αντικρίζουν οι νέοι, είναι η δύση που ατενίζουν οι μεγαλύτεροι.