|

Την προέβαλε το τρίτο κανάλι της κρατικής τηλεόρασης την Κυριακή 14/12ου. Συγκαταλέγεται, κατ΄αρχάς, στις ταινίες που ο ελληνικός τίτλος αποδίδει στο ακέραιο τον πρωτότυπο. Όπως λοιπόν μαρτυρά, πραγματεύεται την τελευταία νύχτα υπηρεσίας του αστυνόμου Φράνκο Αμόρε.
Συνήθως σε αυτές τις περιπτώσεις το κλίμα είναι χαλαρό, οι ώρες περνούν γρήγορα και εύκολα, ειδικά για όσους τίμησαν το σήμα και τα καθήκοντά τους στη διάρκεια της υπηρεσίας τους. Αν και ο ήρωάς μας πληροί αυτές τις προϋποθέσεις η τελευταία του νύχτα θα συγκεντρώσει όλα εκείνα τα στοιχεία που θα απειλήσουν όχι μόνον τον πρότερο ηθικό του βίο αλλά και την ίδια του τη ζωή.
Με μαεστρία ο σκηνοθέτης Αντρέα ντι Στέφανο στήνει ένα υποβλητικό νυκτερινό πλαίσιο όπου κορυφώνεται η πλοκή. Βρισκόμαστε στο Μιλάνο όπου μπορεί να συνυπάρχουν η Πιάτσα ντελ Ντουόμο, η Γκαλερία Βιτόριο Εμανουέλε, τα ατελιέ των σημαντικότερων σχεδιαστών του κόσμου, η διαβόητη Σκάλα, ένα μεγάλο κομμάτι από κάθε είδος πλούτου του Ιταλικού βορά και μια λεπτή κοσμικότητα, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει και ότι γεννά η διαφθορά, το έγκλημα και το πολύ χρήμα.
Κάπως έτσι εμπλέκεται ο Αμόρε, ανάμεσα στον υποδειγματικό μέχρι τότε βίο του και στο άθελα του πέρασμα στο σκοτεινό και βίαιο κόσμο του εγκλήματος. Η κορύφωση διαδραματίζεται σε μια σήραγγα ταχείας οδού, όπου οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές. Ανταλλαγές πυρών, πέντε νεκροί, ένα πολύτιμο φορτίο και μια αλλόκοτη συναλλαγή μεταξύ διεφθαρμένων αστυνομικών και Κινέζων εγκληματιών.
|
|
Read more...
|
|
Υπάρχει, κακώς ίσως, ένα είδος επιφύλαξης για τον κινηματογράφο που μας έρχεται από την μακρινή Ανατολή. Ακόμα και για το Perfect days (Υπέροχες μέρες), που επιπροσθέτως είχε και την «δυτική» σφραγίδα του W. Wenders. Άλλο θέμα αν μετά το τέλος της προβολής καταλάβαινες ότι παρακολούθησες σημαντικό κινηματογράφο που κάτι σου είπε, κάτι σου άφησε.

Το αυτό και ακόμα περισσότερο για το Black dog όχι μόνο διότι δεν εμπεριέχει κανένα δυτικό στοιχείο, αλλά διότι απομακρύνθηκε ακόμα περισσότερο λόγω περιεχομένου, σκηνικών και εξωτερικών γυρισμάτων από οικεία θέματα. Οι επιφυλάξεις όμως, άρχισαν να αίρονται από τις πολύ πρώτες σκηνές.
|
|
Read more...
|
|
Άδεια κινηματογραφική αίθουσα, τέσσερις (4) όλοι κι όλοι, άρα ιδανικές συνθήκες για κάποιο θεατή ώστε να μην ακούει μασέλες να θρυμματίζουν τροφές, κινητά να λαμπυρίζουν και σκόρπιες κουβέντες, πλην όμως απελπισία για τον αιθουσάρχη.
Αυτό ήταν το περιβάλλον για τη θέαση της ταινίας Nouvelle Vague του Richard Linklater. Όταν μετά από 103 λεπτά η προβολή ολοκληρώθηκε έγινε αντιληπτή η αιτία του ολίγιστου κοινού πέραν από την σχετικά εργάσιμη ώρα - μέρα και τον βροχερό καιρό. Ότι, δηλαδή, είναι ένα διαφορετικό είδος κινηματογράφου, που απευθύνεται σε περιορισμένο κοινό, δύσκολο να συγκινήσει μεγαλύτερες μάζες είτε διότι είναι ασπρόμαυρη, είτε διότι το φορμά (4:3) είναι πεπαλαιωμένο, αλλά κυρίως διότι θίγει ένα λεπτό, ιδιαίτερο θέμα μακρινό από εντυπωσιακές σύγχρονες παραγωγές. Όλα τούτα όμως, κάνουν το αποτέλεσμα πολύ γοητευτικό, τουλάχιστον σε όσους έχουν κάποια σύνδεση με το παρελθόν.
|
|
Read more...
|
Θα την έβλεπα ούτως ή άλλως, αλλά μια, ας την χαρακτηρίσω, φτηνή κριτική, που μας προέτρεψε: «να δούμε το ντοκιμαντέρ της ΕΡΤ3 «Νυρεμβέργη» για να καταλάβουμε το μέγεθος της μπαρούφας του Τζέιμς Βάντερμπιλτ!» υπήρξε καταλυτική. Όπου James Wanderbilt o σκηνοθέτης της ταινίας Nuremberg, στην οποία ξεχώρισαν με τις ερμηνείες τους ο Αυστραλός Russell Crowe, ο Αμερικανο-Aιγύπτιος Rami Malek, ο Βρετανός Leo Woodall και ο Αμερικανός Michael Shannon.

Η παραγωγή πλούσια και συχνά επιβλητική αφηγείται την ιδιαίτερη σχέση που οικοδομήθηκε ανάμεσα στον ψυχίατρο του Αμερικανικού Στρατού, ταγματάρχη Douglas Kelley και του στρατάρχη του Γ΄Ράιχ, Hermann Göring κατά τη διάρκεια της διαβόητης δίκης της Νυρεμβέργης όπου προσήχθησαν, κατηγορήθηκαν και δικάστηκαν 22 ηγέτες του ναζιστικού καθεστώτος. Προφανώς η κινηματογραφική αφήγηση έχει ενσωματώσει και φανταστικά στοιχεία, προκειμένου να κάνει το προϊόν πιο ελκυστικό. Ειδικά στους διαλόγους που αν και αρκετές φορές είναι προβλέψιμοι, κάποιες άλλες είναι αποκαλυπτικοί.
|
|
Read more...
|
|
Κοπιώδης και τελικά πετυχημένη η δουλειά του 66χρονου Γερμανού Andres Veiel, μας προσέφερε μια μεστή παρουσίαση των στοιχείων που δημιούργησαν την εικόνα, αλλά και το μύθο της Γερμανίδας καλλιτέχνιδας. Η Leni Riefenstahl, υπήρξε ηθοποιός, σκηνοθέτιδα, φωτογράφος, παραγωγός, μοντέζ και χωρίς αμφιβολία αποτέλεσε μια μοναδική γυναίκα στην χρονική περίοδο που ήταν στην δημιουργική της κορφή. Αυτό και την πρωτοποριακή, πολυσύνθετη παρουσία της δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί, ούτε να της το αφαιρέσει.

Εκεί όμως που δεν μπορεί να πείσει έναν αντικειμενικό μελετητή, είναι πως ήταν μόνο μια επαγγελματίας που έκανε τη δουλειά της, αλλά έτυχε ο εργοδότης της να είναι ο Αδόλφος. Σύμφωνοι, δεν έγινε ποτέ μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος, αλλά το αποτέλεσμα της δουλειάς της ήταν η αποθέωση της ιδεολογίας που έφερε την συμφορά στην πατρίδα της, στον πλανήτη μαζί με 60 εκατομμύρια νεκρούς. Η ίδια το αρνείται πεισματικά, αλλά ο τρόπος που το κάνει δεν πείθει.
|
|
Read more...
|
|
Αν ο σκοπός του Paul Thomas Anderson ήταν να μας δείξει πως, ανάμεσα σε μια μέση αδιάφορη καταναλωτική τάξη, την ηγεσία που κινείται αμοραλιστικά και σε ένα πιθανά ενεργό επαναστατικό κίνημα έχει χαθεί κάθε ελπίδα ή έστω πιθανότητα για μια ισορροπημένη βόρεια Αμερική, πέτυχε του σκοπού του.

Κατάφερε εν ολίγοις να δείξει ότι το επίπεδο τόσο των θεματοφυλάκων του συντηρητισμού και του πολιτικά ορθού, όσο και των αντιφρονούντων που είναι αποφασισμένοι να φθάσουν στα άκρα είναι χαμηλό. Ιδεολογικά, εκφραστικά, γνωσιολογικά. Παντού, απογοητευτικά χαμηλό
|
|
Read more...
|
|
Καθώς στην κηδεία του παρευρέθηκαν ενάμιση εκατομμύριο πολίτες, δεν μπορεί, κάτι καλό θα άφησε στα 62 χρόνια που περπάτησε στον πλανήτη. Ημιθανή στο νοσοκομείο της Πάντοβα τον επισκέφτηκε ο Πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας Sandro Pertini, τον φίλησε στο μέτωπο τον αποκάλεσε αδελφικό φίλο, γιο και συμπολεμιστή. Λίγες μέρες αργότερα στην κηδεία του στη Ρώμη ο 88χρονος Πρόεδρος έκλινε το γόνυ ακούμπησε τις παλάμες του στο φέρετρο και τον αποχαιρέτησε.

Με την σκηνοθετική επιμέλεια του Andrea Segre, πρωταγωνιστή τον Elio Germano και αρκετό υλικό εποχής μας ήρθε και μας συγκίνησε η ταινία Berlinguer: La Grande Ambizione. Αφηγείται ένα τμήμα της πολιτικής και οικογενειακής ζωής του Ιταλού πολιτικού. Στις Ελληνικές αίθουσες παραδόθηκε με τίτλο «Μπερλίνγκουερ: Η μεγάλη ελπίδα». Διαφοροποιείται έτσι, από τον ιταλικό τίτλο που σε ακριβή μετάφραση είναι: «Η μεγάλη φιλοδοξία». Ας κρατήσουμε και τους δυο με την έννοια ότι η παρουσία, οι ιδέες, τα πεπραγμένα του Berlinguer ήταν και τα δυο. Ατυχώς, τίποτα από τα δυο δεν ευοδώθηκε.
|
|
Read more...
|
|
Η δημιουργία ταινιών με θέμα το μότορσπορ αποτελούσε πάντα ένα δύσκολο έργο και για τους πιο επιδέξιους σκηνοθέτες και γενικότερα όλους τους συμμετέχοντες στην προσπάθεια. Είτε είναι μια απόπειρα να αποτυπωθεί το παρελθόν με ακρίβεια, είτε για μια φιξιόν ιστορία. Έχουν υπάρξει σημαντικές παραγωγές οι οποίες στην εποχή τους ήταν ορόσημα, όπως και άλλες που φλέρταραν σφόδρα με την αποτυχία και την απαξίωση.

Κάπου εδώ όμως υπάρχει μια ασφαλιστική δικλείδα, όπου η απαξίωση συνορεύει με την ευρύτερη αποδοχή από ένα κοινό που δεν σχέση με το αντικείμενο του μότορσπορ και η παραγωγή το κρατά με το απαραίτητο σε τέτοιες περιπτώσεις παράλληλο λαβ στόρυ, την υπερβολή, το δράμα και το, ενίοτε, αίσιο τέλος ή έστω με τον θρίαμβο του καλού.
|
|
Read more...
|
|
Είχε διαφύγει, τότε, της προσοχής, οπότε η θέαση από συνδρομητική πλατφόρμα ήταν μονόδρομος. Ο λόγος για την αποκαλυπτική ταινία του S. Spielberg, The Post. Αποτελεί την αφήγηση των γεγονότων που έφερε στο φως πρώτα η εφημερίδα «The Νew York Times» και ακολούθως σε μεγαλύτερη κλίμακα η «The Washington Post». Βρισκόμαστε στο 1971, το αντιπολεμικό κλίμα στις Η.Π.Α. ενισχύεται και ξαφνικά εμφανίζονται τα Pentagon Papers. Μια απόρρητη μελέτη αποτελούμενη από 48 τόμους, όπου μέσα από αναλύσεις οι οποίες καλύπτουν την χρονική περίοδο από το 1940 έως το 1968, αποδεικνύεται ότι οι Η.Π.Α. δεν θα μπορέσουν να επικρατήσουν στον πόλεμο της Ινδοκίνας. Το πόρισμα γνώριζε η προεδρία, τα υπουργεία Αμύνης, Εξωτερικών, μολοντούτο αφενός η ηγεσία κόμιζε δημόσια μια συνεχή αισιοδοξία για την εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων, αφετέρου ικανοποιούνταν οι απαιτήσεις των στρατιωτικών για περισσότερα στρατεύματα και υλικό στο πεδίο.

Ένας από τους αναλυτές, συγγραφείς των 48 τόμων, ο Daniel Ellsberg, βρήκε το θάρρος και το κουράγιο να κοπιάρει επί μήνες όλο το υλικό και παίζοντας ένα άκρως επικίνδυνο παιχνίδι αποφάσισε να βρει τρόπο να εκθέσει το περιεχόμενό τους στο ευρύτερο κοινό αποκτώντας επαφή με τον Τύπο. Εν αρχή με τον συντάκτη των N.Y.T., Neil Sheehan και ακολούθως με τον ρεπόρτερ της W.P. Ben Bagdikian με μια επιτηδευμένη προσεκτική διαδικασία. Ακολούθησε νομική δίωξη της κυβέρνησης, καθότι τα έγγραφα είχαν χαρακτηριστεί απόρρητα και η δημοσίευσή τους θα ήταν επιβλαβής για την χώρα.
|
|
Read more...
|
|
|