F(r)antic, literally – (Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2023) PDF Print E-mail

To θέρος του 1970 ήταν η πρώτη φορά όπου τα προεφηβικά  μου αυτιά, άκουσαν τη λέξη scrambler, μαζί με τον ήχο από το δίχρονο, δικύλινδρο μοτέρ της Kawa A7. Ταυτόχρονα, το έντονο κίτρινο του ρεζερβουάρ και οι δίδυμες ψηλές, χρωμιωμένες  εξατμίσεις είχαν  έλξει  το βλέμμα και γοητεύσει την ψυχή μου. Είχε καταφθάσει με αυτή, στα θερινά ανάκτορα του οίκου μας,  ο Chris φίλος του πατέρα, για μια βουτιά. Τύπος ωραιότατος, Ιρλανδός, παραστατικότατος, χιουμορίστας  με τα μπλέντετ σιγαρέτα του να αρωματίζουν τον αέρα, στην ανατολική σέρα. Μεταξύ μας δεν είχαμε και δυτική, τότε.

Τρία καλοκαίρια αργότερα, στην εφηβεία πια, με τις ορμόνες να χορεύουν στο δικό τους το ρυθμό, με το κινηματογραφικό Εasy Rider σαν πρώτο δείγμα μιας δίτροχης αντικουλτούρας να ξεριζώνει τη ρηχή σχολική καθαρεύουσα, με τα πρώτα ξεφυλλίσματα από το Cycle World, που στέλνονταν ταχυδρομικώς από το φλογερό αίσθημα εκ της άλλης άκρης του Ατλαντικού, ο κόσμος μου γυρνούσε ταχέως πολλές σελίδες, παρέα με τις νότες του Υour So Vain της Carly Simon και άλλων γλυκόπικρων ασμάτων.


Toν δε Οκτώβριο του ίδιου έτους, του '73, στο τεύχος # 1 του περιοδικού «Πίστες και Δρόμοι» μια ολοσέλιδη καταχώρηση της Fantic έφερε επιπλέον αναστάτωση.  Το κείμενο της οποίας διάβασα μόλις χθες, διότι τότε είχα σκαλώσει στην  εικόνα του Caballero 50 Regolarità που φάνταζε σε έναν νεανία, ως το ιδανικό δίτροχο για την εισαγωγή στο μοτοσυκλετιστικό σύμπαν. Αν προστεθεί δε και η θέαση του «Οn Any Sunday» λίγους μήνες νωρίτερα, τα δίτροχα είχαν αρχίσει να καταλαμβάνουν επικινδύνως μεγάλη και σαγηνευτική έκταση στην, κατά τα άλλα, γκρίζα καθημερινότητα της εποχής και της εφηβείας.

Ειρήσθω εν παρόδω, η παράπλευρη εικόνα του chopper στη ρεκλάμα και η εξ αυτής δίτροχη φιλοσοφία, ήταν παράταιρη με οτιδήποτε τοπικό και παρέμενε ως μια αταίριαστη πρόταση, παρά τα όποια μηνύματα του Dennis Hopper στο Εasy Rider. Εννοείται πως η εισαγωγή στον δίτροχο κόσμο, έπρεπε να περιμένει άλλα δυο χρόνια, και έγινε με τον παραδοσιακό τρόπο της εποχής τουτέστιν με ιαπωνικό προϊόν. Πλην όμως εκείνη η εικόνα του γαλάζιου Caballero έμεινε ως έρως, που αφενός μεν δεν εκπληρώθηκε, αφετέρου δε, επισκιάστηκε από άλλους ισχυρότερους και σφόδρα εκπληρωμένους .

Παρέμεινε έτσι ως νόστιμο, μικρό απωθημένο, όπως τόσα και τόσα, έως τη στιγμή που μισό αιώνα αργότερα, ένας ρωμαλέος επίγονος των 49 ταπεινών κ.ε. του, ένα σφριγηλό sclambler με καρδιά Nippon 69 ίππων, συναντήθηκε με το, μάλλον, τρίτης ηλικίας κορμί μου και η συνθήκη ήταν λίγο από Márquez. Ο λόγος για τον Gabriel Garcia, όχι για τον δίτροχο πρώην champ. Όπως και στον «Έρωτα τα χρόνια της Χολέρας» του Κολομβιανού νομπελίστα, όπου ο Φλορεντίνο περίμενε μισό αιώνα την Φερμίνα, μέχρι να αποθάνει ο σύζυγός της, χωρίς βεβαίως να παραλείπει εις το μεσοδιάστημα να εμπλέκεται εις πολλάς άλλας ενδιαφέρουσας περιπετείας, έτσι και εμείς βρεθήκαμε τυχαία, αφού βιώσαμε την απώλεια, όρα εργοστάσιο Fantic που όμως ανεστήθη και με ιαπωνική αρωγή. Κάπως έτσι η λέξη Fantic άλλαξε σε Frantic. Λίτεραλυ, λέμε!


Και επεράσαμε όμορφα, χωρίς ίσως και αλλά, δίχως υποψίες των χαμένων ευκαιριών και του απολεσθέντος χρόνου. Για να πούμε τα μαρκετινοειδώς απαραίτητα, αλλά ειλικρινή, το εργαλείο τραβάει από χαμηλά, έχει μια περίφημα ανάλαφρη κατευθυντικότητα, φρενάρει ικανοποιητικότατα, είναι οικονομικό (3,85 lt/100klm) και στο φινάλε αυτό που έχει τη δέουσα σημασία είναι η ευχαρίστηση που προσφέρει. Δεν είναι μηχανάκι για την ασφυκτική πόλη, δεν προσφέρεται για γρήγορα μεγάλα ταξίδια, ούτε μια είναι φτηνή πρόταση. Δύσκολα θα μπορούσε να είναι το μοναδικό δίτροχο στην αυλή.


Είναι μια επιλογή ελίτ, έτσι οφείλουμε να την δούμε και ως τέτοια αριστεύει. Ελίτ και ολίγον εστέτ τω όντι, αλλά πολύ καλοδεχούμενη και η δυνατότητα αγνής αλήτικης συμπεριφοράς που μπορεί απλόχερα να προσφέρει σε έναν ανήσυχο αναβάτη.


Ακόμα και αν το τριχωτό της κεφαλής, του περί ου ο λόγος ανήσυχου αναβάτου, εγκαταλείπει το ασήμι προς χάριν του λευκού.

Μιλώντας για λευκό, το φόντο του μοναδικού με πολλές πληροφορίες ψηφιακού οργάνου μπορεί να γίνει λευκό ή μαύρο.

 

Τα χρώματα της ιταλικής μπαντιέρας στην ούγια της σέλας απαραίτητη εικαστική υπενθύμιση, καθώς λίγο χαμηλότερα εδρεύει και βρυχάται η ιαπωνική προστιθέμενη αξία.

 

Ξεχασμένο, ίσως, από τότε που ο τόπος χανόταν στη δύνη των Μνημονίων, το μήνυμα του συνθήματος που εντοπίζεται σήμερα σε γωνιά της παλιάς Ελλάδας, ήταν επίκαιρο και αποτελούσε τμήμα της κουλτούρας  επιβίωσης ή της αξιοπρεπούς απομάκρυνσης από τα εγκόσμια. Ήταν επίσης και δομικό στοιχείο του Comadante Heroico, του Αργεντινού ασθματικού ιατρού, από τότε που περιπλανήθηκε στην Νότια Αμερική με την Norton ζώντας τα «Ημερολόγια μοτοσυκλέτας». Ένα ταξίδι που εν πολλοίς άναψε το επαναστατικό του φιτίλι.

Βεβαίως, την εποχή του νέου Scrampler και της ραγδαίας επιτάχυνσης της τεχνολογίας, η έννοια της επαναστικότητας όποτε δεν κηρύσσετε παράτυπη, πνίγεται στο θολό περιβάλλον ανάμεσα στον αγώνα της επιβίωσης και της έλλειψης ουσιαστικής συντροφικότητας.


Όπως και να έχει, μια τσάρκα με δυο τροχούς ένα λαμπρό απόγευμα Σεπτεμβρίου μπορεί να μην προσφέρει απαντήσεις σε βασανιστικά ερωτήματα, δύναται ωστόσο να χαρίσει στιγμές ισόρροπης ψυχαγωγίας.

Για το φινάλε ένα ακόμα στοιχείο από το παρελθόν. Τεύχος # 3 του περιοδικού «Πίστες και Δρόμοι», που καλύπτει την χρονική περίοδο από 15 Δεκεμβρίου του '73 έως τις 15 Ιανουαρίου 1974. Η δύση πλήττεται από την ενεργειακή κρίση, η Ελλάδα κατεβαίνει σε ακόμα πιο χαμηλά σκαλοπάτια που μοιραία θα οδηγήσουν σε καταστροφικές συνέπειες τον Ιούλιο, αλλά η ζωή οφείλει να συνεχίζει και να ελπίζει. Σε δισέλιδο, ανυπόγραφο άρθρο φιλοξενείται δοκιμή τεσσάρων μίνι κρος. Ένα από αυτά είναι και ο πρόγονος του σημερινού Caballero. O δαίμων της στοιχειοθεσίας είχε κάνει το θαύμα του τοποθετώντας λανθασμένο κείμενο στη στήλη του Fantic. Μισό αιώνα αργότερα επενέβην και τουλάχιστον ψηφιακώς, το διόρθωσα.

Επίσης, μισόν αιώνα αργότερα η αφέλεια έχει προσφέρει τη θέση της στην απαισιοδοξία, μολοντούτο το «Your so Vain» ακούγεται ακόμα με την ίδια λάμψη όσο και τόσα άλλα της ίδιας χρονιάς, υπενθυμίζοντας μια καθαρή μουσική ανωτερότητα εκείνης της εποχής, άποψη που συχνά ακούγεται από ηλικιακά μεγαλύτερους. Αυτό που δεν έχει γνωρίσει κάμψη, υποχώρηση ή φθορά, είναι η επιθυμία να στρέφεις το δεξί καρπό πάνω σε μια σέλα, κόντρα στον άνεμο και όλο και πιο σπάνια, ευτυχώς, κόντρα στη λογική.