Πολυμέρης Βόγλης: Δυναμική αντίσταση – (Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026). PDF Print E-mail

Εδώ και μήνες είχε συστηθεί από πιστό αναγνώστη, ενίοτε το «πιστός» αναδεικνύεται ισχυρότερο του «φίλος», αλλά καθώς προηγούντο άλλα, περίμενε τη σειρά του. Ξεκινώντας από το εξώφυλλο εκτιμούσα ότι το Πολυμέρης είναι επώνυμο, όρα Φώτη Πολυμέρη, και κάπου εδώ τελειώνουν οι απόπειρες για χιούμορ.

Ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας Πολυμέρης Βόγλης λοιπόν, πραγματοποίησε ένα ογκώδες έργο με συνεντεύξεις, συλλογή όχι πάντα εύκολα προσβάσιμων στοιχείων, δούλεψε το υλικό και το χώρεσε σε 252 πυκνογραμμένες σελίδες.

Αφορά αυτό που μαρτυρά ο τίτλος. Την δυναμική αντίσταση που πρόταξε μικρό τμήμα του ελληνικού πληθυσμού στην επταετία της κυριαρχίας της στρατιωτικής δικτατορίας. Όταν ο λόγος έρχεται γύρω από την έννοια του τι σημαίνει δυναμική, μια πρόχειρη ερμηνεία είναι οτιδήποτε μπορεί να θέσει τον αντιστασιακό σε δοκιμασία απέναντι στον μηχανισμό της χούντας. Από ένα γρήγορο και σχετικά εύκολο πέταμα προκηρύξεων, μέχρι την κατασκευή και τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών.

Ο πολύ σφικτός και αποτελεσματικός έλεγχος του καθεστώτος, η ευκολία με την οποία μοιράζονταν βαριές ποινές σε όσους αντικαθεστωτικούς εκδηλώνονταν και το μαρτύριο των βασανιστηρίων όσων συλλαμβάνονταν ήταν ιδιαίτερα αποθαρρυντικοί παράγοντες.

Σε αυτό να προστεθεί η αποτελεσματικότητα του καθεστώτος να συλλάβει τις πρώτες ώρες της εκδήλωσης του πραξικοπήματος εκατοντάδες πολίτες ξηλώνοντας ομάδες, παρέες, αφήνοντας ταυτόχρονα άμεσα τις προθέσεις του να γίνουν βίαια αισθητές.

Πέρα όμως από την κατάλυση των θεσμών, είχε νομικό πλαίσιο να πατήσει όπως ο περίφημος 509/1947 μα και με όλη την προδιάθεση του μετεμφυλιακού κράτους που, με την ίδρυση έκτακτων στρατοδικείων σε όλη την επικράτεια, μετατράπηκε άμεσα και εύκολα σε ένα σιδερόφρακτο καθεστώς.

Κάπως έτσι όσοι ενεπλάκησαν σε έναν ενεργό, δυναμικό αγώνα ενάντια στην χούντα, έθεσαν τα πάντα σε κίνδυνο. Διότι πέρα από τις αναγνωρίσιμες περσόνες ιδέ Αλ. Παναγούλη, Σπ. Μουστακλή κλπ. υπήρξαν εκατοντάδες που υπέφεραν τα όμοια και έμειναν μακριά από τη δημοσιότητα. Οικογένειες δοκιμάστηκαν, γυναίκες απέβαλαν από τα βασανιστήρια, άλλες τεκνοποίησαν στη φυλακή, νέοι άνθρωποι βγήκαν τσακισμένοι από τις κακουχίες. Κάποιοι αυτοκτόνησαν.

Όλα αυτά περιγράφονται διεξοδικά, με ημερομηνίες, ονοματεπώνυμα, τοπωνύμια και καταθέσεις μαρτυριών. Στο τέλος ο συγγραφέας κάνει μια εύστοχη και πικρή διαπίστωση. Συγκρίνει το αποτύπωμα  του Πολυτεχνείου με εκείνο του αντιδικτατορικού αγώνα, που επικαλύφτηκε από την μνήμη της εξέγερσης του Νοεμβρίου. Η αποκαλούμενη «γενιά του Πολυτεχνείου» με την έντονη δημόσια παρουσία εκτόπισε εκείνους που έθεσαν το σαρκίο τους σε ακραίους, μοναχικούς κινδύνους.

Συνέβη επίσης και το εξής δυσάρεστο για όσους είχαν καταχωριστεί στις δέλτους του κράτους ως αντικαθεστωτικοί και δη δυναμικοί. Με την έλευση της Μεταπολίτευσης και την εμφάνιση ένοπλης δράσης (ΕΛΑ, Ιούνιος ’78, 17 Νοέμβρη κλπ.), στοχοποιήθηκαν άμεσα ως ύποπτοι, και μπήκαν στο στόχαστρο των κρατικών, διωκτικών μηχανισμών.

Οι κινήσεις τους, τα τηλέφωνα τους ήταν υπό παρακολούθηση και το χειρότερο τα ονόματά τους δημοσιοποιήθηκαν στις εφημερίδες. Και καταλήγει ο Π.Β.: «Ύστερα από όλα αυτά δεν πρέπει να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι αρκετοί από όσους είχαν εμπλακεί στην δυναμική αντίσταση προτιμούν μέχρι σήμερα να μην μιλούν για την τότε δράση τους και έτσι η δυναμική αντίσταση απαλείφτηκε από την συλλογική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας».

Λόγω περιεχομένου δεν είναι μια ευχάριστη έκδοση, αφού θέτει τον αναγνώστη σε μια συνεχή δοκιμασία με αυτά που περιγράφει. Είναι όμως κάτι περισσότερο από ευχάριστο. Είναι Χρήσιμο και διδακτικό. Και γίνεται πικρό αν οι προσδοκίες του χθες προβληθούν στο σήμερα. Στο σήμερα που από την νυχτερινή βάρδια πέντε εργάτριες δεν γύρισαν στις οικογένειές, την ώρα που μια συνομήλική τους υπουργός πέρασε νύχτα και αυτή ένα νομοσχέδιο για να εξυπηρετήσει προσωπικές της επιδιώξεις. Είναι μερικά γεγονότα  που ακυρώνουν τόσο έντονα, τόσο κοροϊδίστικα, τόσο φτηνά την ανιδιοτέλεια, το θάρρος, και τα κουράγια όσων πιστεύουν αληθινές αξίες, ειδικά εκείνων, έστω των λίγων που πάλεψαν στα μπουντρούμια της χούντας.