‘Αγγελος Τσέκερης: Λίγος Εμφύλιος ακόμα - (Σαββάτο 29 Νοεμβρίου 2025) PDF Print E-mail

Με υπότιτλο «Η Καραμανλική τρομοκρατία, η Δημοκρατική αντίσταση και η Αριστερά» ο συγγραφέας πραγματεύεται την εξαετία 1958 – 1963 και όσα διαμόρφωσαν, σε πολιτικό επίπεδο, τις εξελίξεις.

Οι 537 σελίδες της έκδοσης χωρίζονται σε τρία μέρη με το πρώτο να καλύπτει την περίοδο 1958 - 1961, όταν η Ε.Δ.Α, υπήρξε η αξιωματική αντιπολίτευση, το δεύτερο να περιγράφει τις εκλογές βίας και νοθείας 1961 και το τρίτο να ασχολείται με το χρονικό διάστημα από τις εκλογές του Οκτωβρίου του 1961 έως τη δολοφονία του Γρ. Λαμπράκη τον Μάιο του 1963.

Ο συγγραφέας παρατάσσει εκατοντάδες περιστατικά ωμής, κρατικής, αντισυνταγματικής βίας με την οποία επιχειρήθηκε η συρρίκνωση της πολιτικής δύναμης και της κοινωνικής αποδοχής της Ε.Δ.Α. Το νόμιμο κόμμα που εκπροσωπούσε την Αριστερά, στις εκλογές της 11ης Μαΐου του ’58, αναδείχθηκε αξιωματική αντιπολίτευση με ποσοστό 24,42%.

Λιγότερο από εννέα χρόνια μετά το πέρας του Εμφυλίου πολέμου, οι συνθήκες για όσους δεν συνέπλεαν με την Δεξιά δεν ήταν ιδανικές ενώ για εκείνους που φανερά τους συγκινούσε η Αριστερά ήταν ζοφερές.

Αυτό που κάνει τούτη την έκδοση κάπως τρομακτική, περισσότερο πληροφοριακή και λιγότερο προπαγανδιστική είναι που οι περιγραφές των γεγονότων δεν έχουν στάλα αοριστίας. Αναφέρονται με ονόματα, επώνυμα, που συνέβησαν, τι εξελίξεις υπήρξαν. Έτσι μετατρέπεται σε ένα καταγγελτικό δελτίο πλήρως δομημένο για μια μεγάλη όσο και κρίσιμη περίοδο της νεότερης ιστορίας του τόπου. 

Αυτό δε, που κατά περίπτωση εξοργίζει είναι η δυνατότητα που είχε το κράτος να αντιστρέφει τα γεγονότα παρουσιάζοντας τα θύματα ως θύτες και πέρα από το νόμιμο μονοπώλιο της βίας, χειραγωγούσε και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης κατά των πραγματικών θυμάτων. Η πολιτική θέση του συγγραφέα, ανήκει στην Αριστερά, προφανώς επηρεάζει το κείμενο, αλλά τούτο σε τίποτα δε σημαίνει ότι αλλοιώνει ή παραποιεί το παρελθόν.

Στρέφεται ενάντια τόσο στις περιφερειακές δομές εξουσίας, όσο και στον πυρήνα της. Κυρίως στον τότε πρωθυπουργό Κων. Καραμανλή, όσο και σε σημαίνοντα στελέχη της Ε.Ρ.Ε., Παν. Κανελλόπουλο, Ευαγγ. Αβέρωφ αλλά και σε άλλους πολιτικούς της περιόδου ’58 – ’63. Όπως τους υπουργούς Τρ. Τριανταφυλλάκο, που το 1973 διετέλεσε υπουργός της κυβέρνησης Ανδρουτσόπουλου, ή τον Ευαγγ. Καλατζή,  ο οποίος υπήρξε υφυπουργός στο καθεστώς Μεταξά. Αποκαλύπτει και την  μεθόδευση στο στράτευμα με τις τοποθετήσεις των Βασ. Καρδαμάκη και Αλ. Νάτσινα αλλά και την επανεμφάνιση ως βουλευτή της Ε.Ρ.Ε. του διαβόητου για τη δράση του επί Μεταξά, Κων. Μανιαδάκη.

Η περιγραφή για εκείνη τη ζοφερή περίοδο, όπου από την μία η Ελλάδα έκανε τα πρώτα διστακτικά βήματα για την ένταξη της στην ευρύτερη Ευρωπαϊκή οικογένεια, από την άλλη διατηρούσε στρατόπεδα με εκατοντάδες εκτοπισμένους, είναι πολύ χρήσιμη προκειμένου να αντιληφθούν όσοι δεν έζησαν τις επικρατούσες συνθήκες.  Το παρόν και το μέλλον ενός πολίτη δεν εξαρτάτο από την εργατικότητα ή την υπευθυνότητά του αλλά από το αν στεκόταν στην σωστή όχθη του ποταμού.

Η ταχύτητα και η ευκολία με την οποία θα μπορούσε κάποιος να βρεθεί στον Αη Στράτη, ή να τυλιχτεί σε μια κόλα χαρτί με κατασκευασμένες κατηγορίες αντιμετωπίζοντας δεκαετίες φυλάκισης ήταν αποκαλυπτική για την τραχύτητα της εποχής. Ο Εμφύλιος συνεχιζόταν χωρίς όπλα, αλλά με μια αποφασιστική επιθυμία των νικητών να διαλύσουν με μεγάλες δόσεις εκδικητικότητας τους αντιπάλους τους που δεν έδειχναν ίχνη κόπωσης. Αν το κατάφεραν; Ναι και όχι. Ναι, διότι συρρίκνωσαν τα εκλογικά ποσοστά της Ε.Δ.Α. Όχι, διότι ότι δεν μπόρεσαν τότε, το μπόρεσαν άλλοι τον Απρίλιο του 1967 με ακόμα χειρότερα, για την τύχη του τόπου, γεγονότα.

Το βιβλίο συνεστήθη από φίλο αναγνώστη μαζί με άλλα τέσσερα που ερευνούν με βαθιές τομές το χρονικό διάστημα από το τέλος του Εμφυλίου έως την Μεταπολίτευση.