Τρεις χαμένες τριάδες – (Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2025) PDF Print E-mail

Δεν ήταν στέκια. Δεν μεγάλωσα σε αυτά, μεγάλωσα με αυτά. Ήταν αγαπημένες γωνιές. Στις περισσότερες περιπτώσεις είχε αναπτυχθεί και μια σχέση με τους ανθρώπους που τις λειτουργούσαν, ενίοτε και τις στόλιζαν με την παρουσία τους. Υπήρξαν κάτι σαν προσωπικά τοπόσημα, όμορφα, νόστιμα, γλυκά, ενδιαφέροντα σημεία αναφοράς, ερείσματα, ακόμα και κάτι σαν μικρή καθημερινή γαλήνη όποτε κάτι τέτοιο χρειαζόταν για λίγες στιγμές.


Καθώς όμως τίποτα δεν είναι αιώνιο, θες η εξέλιξη, θες η "ανάπτυξη", ή το φυσικό τέλος όσων τις λειτουργούσαν, έκλειναν τον κύκλο της παρουσίας τους αφήνοντας ένα σημάδι απώλειας. Καθώς στο πέρασμα του χρόνου πολλαπλασιάζονταν αυτά σημάδια ήταν σαν μια πλημμυρίδα που κάλυπτε αργά και μεθοδικά μικρές νησίδες χαράς, συντροφιάς μετατρέποντας της σε μνήμη. Έρχονταν οι νέες πραγματικότητες, φουριόζες και δυναμικές, να καλύψουν ότι κενό υπήρχε. Μοιραίο, να καρπίσει η νοσταλγία.

 

Πρώτη τριάδα, κατά σειρά χρονικής εμφάνισης.

Τα τυροπιτάδικα

«Θεσσαλονίκη» (οδ. Φωκίωνος, Πειραιεύς 1972)

Καλοκαίρι του 1972 έπρεπε να κατεβαίνω καθημερινά στον Πειραιά για Φροντιστήριο. Τα Γυμνασιακά μου χρόνια είχαν αρχίσει να στραβώνουν και οι δοκιμασίες να διαδέχονται η μία την άλλη. Βρήκα όμως τρία στηρίγματα. Το δάσκαλο που μου στάθηκε στο φροντιστήριο, έφυγε από την ζωή στα μέσα του φετινού Αυγούστου φέτος, μια ευγενική συμμαθήτρια με ένα όμορφο διαμέρισμα στο Πασαλιμάνι και την «Θεσσαλονίκη». Ένα μπουγατσατζίδικο που είχε ανοίξει εκείνη τη χρονιά. Ήταν και παρέμεινε ότι καλύτερο είχα ανακαλύψει σε όλη την Ελλάδα τις επόμενες δεκαετίες. Βρισκόταν στην οδό Φωκίωνος ακριβώς απέναντι από το σταθμό του ηλεκτρικού. Πολύ μικρό, με βιτρίνα στο δρόμο, πίσω, το ταμείο, δεξιά η ζεστή προθήκη με τα προϊόντα και το παραδοσιακό ζύγι, αριστερά ένας πάγκος δυο μέτρα, όπου σου άπλωνε πάνω σε λαδόκολλα την παραγγελιά, αφού στη ζύγιζε. Έπιανες ένα πιρούνι από τα καθαρά, έτρωγες, έβαζες το πιρούνι στα χρησιμοποιημένα, έπινες ένα παγωμένο ποτήρι παγωμένο νερό από τον ψύκτη και η ζωή σου χαμογελούσε ευτυχισμένα.

Έκτοτε δεν υπήρχε περίπτωση να περάσω από τον Πειραιά και να μην τιμήσω τι «Θεσσαλονίκη». Όπως επίσης πολλές ήταν οι φορές που βρισκόμουν σχετικά κοντά και πήγαινα επί τούτου. Το μαγαζί τον έτρεχαν πια οι απόγονοι του ιδρυτή, δυο αδέλφια θαρρώ, ο ένας είχε μια ΚΤΜ και επειδή πάντα βρισκόμουν εκεί με δίτροχο πιάναμε τη σχετική κουβέντα. Μέχρι που κάποια μέρα, μέσα στα βαθιά Μνημόνια και ενώ είχα καιρό να εμφανιστώ, η «Θεσσαλονίκη» είχε αντικατασταθεί από ένα κατάστημα πώλησης βαλιτσών, σακιδίων, τσαντών. Στο ερώτημα, τι έγινε, που πήγε, η απάντηση ήταν «έκλεισε». Θυμήθηκα τα ταξίδια με βαπόρια που περνούσα πριν την επιβίβαση τόσο για μια επί τόπου ανθράκευση, όσο και για ένα πακετάκι που θα ήταν χρήσιμο μέχρι τα Κατάπολα, άλλο αν άντεχε μέχρι τις κολώνες. Θυμήθηκα και άλλα.


Άνευ τίτλου, που να συγκρατώ (οδ. Εσπερίδων, Χαροκόπου, 1977)

Γεννήθηκα, μεγάλωσα μέχρι τα 17 ανάμεσα σε Κουκάκι και Χαροκόπειο Σχολή. Δίπλα στο σπίτι, η στάση του τρόλεϊ ονοματιζόταν «παλαιά σφαγεία». Αργότερα μετονομάστηκε στο λιγότερο αιματηρό αλλά κάπως αλλοδαπό: «Λόφος Σικελίας». Λίγο πιο κάτω κατέληγε η οδός Χαροκόπου που συνδέει την Λ. Συγγρού με την Λ. Θησέως. Η πρώτη κάθετος της Χαροκόπου από την πλευρά της Θησέως είναι η οδός Εσπερίδων. Το δεύτερο ή τρίτο μαγαζί επί της Εσπερίδων, μονόδρομος προς το παράλιο μέτωπο, υπήρχε ένα τυροπιτάδικο. Δεν θυμάμαι όνομα ή επιγραφή. Το λειτουργούσαν, πατέρας, μητέρα και γιός. Τέλη δεκαετίας του 70, έπλαθαν, φούρνιζαν, πουλούσαν από το πρωί, έως αργά το μεσημέρι. Ο γιός κοντά στα 30 χαμογελαστός, εξυπηρετικός, ψηλός, με κάπως ευρύτερο μέτωπο και μύστακα. Απαραίτητο αξεσουάρ όλων η λευκή ποδιά. Το καλύτερο προϊόν τους, ανάμεσα σε άλλα διαλεκτά, ήταν η σκεπαστή πίτσα.

Τραγανή σφολιάτα και μέσα νόστιμο τυρί, τομάτα και κάποιο αλλαντικό. Ήταν τέτοια η βουλιμία μερικές φορές που, παρά το γεγονός ότι σε προστάτευε, ανάμεσα από ποδοσφαιροκουβέντες, λέγοντάς σου: «Πρόσεχε τώρα την έβγαλα», χρεωνόσουν με ένα εγκαυματάκι στη γλώσσα που περνούσε αργά το βράδυ. Το κατάστημα, λειτουργούσε και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’80 όταν η Χαροκόπου είχε μονοδρομηθεί. Επαγγελματικές και άλλες αλλαγές με απομάκρυναν από τη γειτονία, αλλά καθόλου από τις μνήμες. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60, όσοι τοπικοί θυμούνται σχεδόν απέναντι από την διασταύρωση με την Εσπερίδων, επί της Χαροκόπου, λειτουργούσε ένα καφεκοπτείο. Το έτρεχε μια νεαρή γυναίκα μελαχρινή με πράσινα μάτια. Η ευωδιά του καφέ που καβουρντιζόταν σε εκείνες στις στρόγγυλες επιφάνειες κάλυπτε σε αρκετή απόσταση οποιαδήποτε άλλη μυρωδιά.


 

Κύπρος; (Χαλκίς, 1998)

Τουλάχιστον τα δυο προηγούμενα τα χάρηκα επί μακρόν. Η «Κύπρος» (με επιφύλαξη στο όνομα) στην Χαλκίδα, ανακαλύφθηκε κάπου μέσα στο 1998, εντελώς τυχαία. Η πατρίδα του Νίκου Σκαλκώτα, που δεν έζησε εκεί παρά τα πρώτα έξι χρόνια της ζωής του, αλλά και του Γιάννη Σκαρίμπα που δεν γεννήθηκε εκεί, αλλά εργάστηκε και έζησε σχεδόν όλη του ζωή εκεί, έχει πολλά που έλκουν τον ταξιδιώτη, έστω και για ένα ημερήσιο πέρασμα. Η «Κύπρος» λοιπόν, προσέφερε στην πελατεία της την καλύτερη κασερόπιτα που έχει ποτέ γευτεί η ταπεινότητα μου. Τις οριακά διψήφιες φορές που χάρηκα την παραγωγή της, σάρωνα το σύνολο των κασεροπιτών που κείτονταν στη ζεστή λαμαρίνα. Κουτιά και στο σπίτι με τη προοπτική να διαρκέσουν λίγες μέρες. Σπάνια ξεπέρασαν τις 36 ώρες.

Λίγο μετά την είσοδο του τόσο επαναστατικά προβληματικού 21ου αιώνα, σε μια ακόμα επίσκεψη στο στενό του Ευρίπου έγινε αντιληπτό ότι ο κύκλος της είχε κλείσει. Ρωτώντας γύρω - γύρω κανείς δεν θυμόταν. Λυπηρό και αυτό. Ως εκ τούτου ιδού και μια εικόνα από τον Γενάρη του 2000 που, αν μη τι άλλο, κρατά την μνήμη άρτια.

 

 

Δεύτερη τριάδα, κατά σειρά χρονικής εμφάνισης.

Βιομηχανίες - Βιοτεχνίες - Εγκαταστάσεις.

Fix (οδ. Φραντζή & Λ. Συγγρού, 1963)

Όσοι περνούσαν πριν από 60 χρόνια από το φωτεινό σηματοδότη στη διασταύρωση Φραντζή και Καλλιρόης έβλεπαν και άκουγαν τα καφάσια με τα προϊόντα της ζυθοποιίας FIX που κατέβαιναν με θόρυβο από τη λωρίδα μεταφοράς. Διακριτή και η γλυκιά μυρωδιά από τα καζάνια που έβραζαν τα δημητριακά. Στην εξαίρετη εικόνα από το Studio Κλεισθένης από κάποιο μουντό πρωινό του 1962 διακρίνεται το βόρειο τμήμα του εργοστασίου καθώς τα φορτηγά που κομίζουν τις πρώτες ύλες. Το σημαντικό έργο της κατασκευής των νέων εγκαταστάσεων του εργοστάσιου ανέλαβε και εκτέλεσε ο αρχιτέκτων Τάκης Ζενέτος σε συνεργασία με τον Μαργαρίτη Αποστολίδη. Ξεκίνησε το 1957, ολοκληρώθηκε το 1961.

Πριν μπούμε στην δεκαετία του ’80 το κτίριο εγκαταλείπεται, ενώ το 1982 η εταιρεία κλείνει, λόγω χρεών, τον κύκλο λειτουργίας της και το κτίριο περνά στην κατοχή της Εθνικής τράπεζας. Το 1994 περιέρχεται στην ιδιοκτησία της «Αττικό Μετρό Α.Ε.» (αργότερα μετονομάστηκε σε «Ελληνικό μετρό Μονοπρόσωπη Α.Ε») η οποία κατέβαλε το ποσό του 1,92 δις. Δρχ. Σε χρόνο ρεκόρ εκδίδονται οι άδειες και κατεδαφίζεται το βόρειο τμήμα του, αυτό που αντικρίζουμε στην εικόνα όπου κατασκευάζεται σταθμός του μετρό της γραμμής 2 με το όνομα Συγγρού Φιξ. Τον Οκτώβριο του 2002 υπογράφεται σύμβαση μίσθωσης του κτιρίου ανάμεσα στην «Αττικό μετρό Α.Ε.» και το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης διάρκειας 50 ετών και κάπως έτσι στις μέρες μας φιλοξενεί τις δραστηριότητες του Μουσείου. Είθε ο ήχος από τα κασόνια στις λωρίδες μεταφοράς και η μυρωδιά από τα δημητριακά να συντροφεύουν τους επισκέπτες του μουσείου έτσι σαν μια σύγχρονη υπερβατική παρέμβαση.


Hellenic Finance Company (Λ. Συγγρού, 1964)

Hellenic Finance Company λοιπόν ή ΕΛΦΙΝΚΟ στην ελληνική εκδοχή και από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 αναλαμβάνει τη διοίκηση της μια εμβληματική μορφή του χώρου της αυτοκινητικής αγοράς αλλά και των αγώνων. Ο Ιωάννης Πεσμαζόγλου, γνωστότερος ως Τζώνυς, γόνος σημαντικής οικογένειας. Ο πατέρας του Γεώργιος, υπήρξε τραπεζίτης, διπλωμάτης, σύμβουλος κορυφαίων Ελλήνων πολιτικών. Με αυτές τια προδιαγραφές ο Τζώνυς, χωρίς υπερβολή, θα μπορούσε σχεδόν οτιδήποτε στον δημόσιο βίο της Ελλάδας, αλλά προτίμησε τον ιδιωτικό τομέα και τις περιπέτειες των αγώνων. Μέχρι το τέλος του ’63 το τεχνικό τμήμα της εταιρείας βρισκόταν στην οδό Κάρπου στην Καλλιθέα και από το ’64 στεγάστηκε στο νεότευκτο, πελώριο και επιβλητικό για τα μέτρα της εποχής ακίνητο στο νο 340 της Λεωφόρου Συγγρού. Εκεί, πέρα από τις τεχνικές φροντίδες των αυτοκινήτων που διέθετε στην ελληνική αγορά από μια σειρά ξεχωριστών τεχνικών, φιλοξενήθηκαν οι τεχνικοί έλεγχοι του Δ.Ρ.Α. για μια περίπου δεκαετία. Το κτίριο ήταν σαν το καλύτερο μας πρόσωπο για την ευρύτερη εικόνα μας στο διεθνές μότορσπορ. Τότε.

Αλλά ο χρόνος κάλπαζε, η αγορά άλλαζε, η οικονομία αποκτούσε πολλά δύσχρηστα αρκτικόλεξα με τις ρυθμιστικές αρχές να δυσκολεύονται, οι χρήσεις της γης επέβαλαν νέα δεδομένα και το κάποτε εμβληματικό κτίριο μετά από 42 χρόνια, έσβηνε τον Μάιο του 2006. Τότε εκκενώθηκε το κτίσμα, ενώ ο Τζώνυς είχε ήδη αναχωρήσει από το μάταιο κόσμο μας τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Το τσιμεντένιο λιτό γκαράζ φορτωμένο με μνήμες θα γινόταν άλλο ένα αδιάφορο γυάλινο κτίριο της σύγχρονης εποχής ώστε να στεγάσει κατάστημα ηλεκτρονικών, αλλά και το πολιτικό κόμμα που ιδρύθηκε μισό αιώνα μετά την ΕΛΦΙΝΚΟ, και κατά καιρούς κυβέρνησε και κυβερνά τη χώρα, αλλά αδυνατούσε να καταβάλει το τίμημα των ενοικίων του. Επιπροσθέτως δε, το ποσό που χρωστά από τραπεζικά δάνεια ακουμπά το μισό δις ευρώ. Ο Τζώνυς θα είχε καταφέρει καλύτερα.

 

ΑΓΝΗ (Αναψυκτικά Ορχομενός, 1978)

Γνωριστήκαμε το θέρος του 1978. Στο Μόδι, χωριό του νομού Φθιώτιδος εις τας υπώρειας του όρους Καλλίδρομου. Περνούσα όμορφα εκείνη την εποχή με τις ψευδαισθήσεις που κάθε νέος οφείλει να έχει και να ακολουθεί. Τέλος Ιουλίου, ζέστη κάργα. Τα σταροχώραφα θερισμένα. Καφενές γωνιακός κάτω από το σκληρό καλοκαιρινό φως. Με ξεδίψασε με τη δροσιά της, με ενθουσίασε με την μορφή της. Δεν βρισκόμαστε συχνά, μας χώριζε η απόσταση. Σε άλλη πόλη εκείνη σε άλλη εγώ. Δεν ήξερα τότε ότι ήμαστε συνομήλικοι. Κι όπως συμβαίνει συχνά οι εξ' αποστάσεως αυτές σχέσεις κάποια στιγμή σβήνουν. Μοιραία και ειρηνικά.

Μα όπως σπανιότερα συμβαίνει, κάποια στιγμή, ποιος ξέρει από ποια σύμπτωση, από ποια τύχη, από ποια παρόρμηση, σκαλίζεται το παρελθόν, μεταμορφώνεται σε παρόν και να που ξανασυναντιέσαι. Ε, δεν μπορώ να ομολογήσω ότι ήταν όπως τότε, αφού είχαν περάσει είκοσι τόσα χρόνια. Δεν ήταν Ιούλιος. Οκτώβριος ήταν. Φθινόπωρο δηλαδή και για τους δυο μας, αλλά θερμός σαν μικρό καλοκαιράκι και συνέβη το ίδιο. Με ξεδίψασε με τη δροσιά της, με ενθουσίασε με την μορφή της. Γνώρισα τους παραγωγούς της, καλοί άνθρωποι, είχαν την ευθύτητα και την καλοσύνη της Ελληνικής επαρχίας μιας άλλης εποχής. Ο κ. Νίκος ο ιδρυτής που είχε δεχτεί και την αφόρητη πίεση από τα μεγάλα σχήματα να τον αγοράσουν μας δεν ενέδωσε και τα παιδιά το ο Γιώργος και ο Δημήτρης.

Βρισκόμασταν, έκτοτε, δυο τρεις φορές το χρόνο. Ψώνιζα, ξεδιψούσα, χαιρόμουν. Ήρθαν και τα Μνημόνια, βαθιά χωμένοι μέσα τους ήμαστε. Άκουγα τα προβλήματά τους, αφουγκραζόμουν τη ζωή τους. Μα κάτι το ένα, κάτι το άλλο, είχα περισσότερο από ένα χρόνο να περάσω από τα μέρη τους. Έτσι κάποια στιγμή πέρασα πρώτα από το πρατήριο, όπου επιτέλους είχε ολοκληρωθεί ο υπό κατασκευή πεζόδρομος, αλλά ήταν σχεδόν άδειο και εγκαταλελειμμένο. Μετακόμισαν σκέφτηκα.

Ακολούθως πήγα στο εργοστάσιο. Κλειστό. Φερμέ και ένα χαρτί ξεθωριασμένο έξω από την πόρτα του γραφείου, αλλά η απόσταση από τον εξωτερικό φράκτη δεν μου επέτρεπε να το διαβάσω. Χειμώνας πια με τα λιμνάζοντα νερά να αντανακλούν το σφαλισμένο κτήριο. Ερώτησα του γειτόνους. «Ναι, έκλεισε» ήταν η απόκριση, ή «τώωωρα πάει κανάς χρόνος» Κάποια προσέθεσε και το αισιόδοξο επίρρημα «προσωρινώς». Στο μεταξύ οι εγκαταστάσεις της οικογενειακής βιοτεχνίας κλειστές να αντανακλώνται στα νερά της φθινοπωρινής μπόρας.


Τρίτη τριάδα, κατά σειρά χρονικής εμφάνισης.

Ζαχαροπλαστεία - Γαλατάδικα

Dolce (οδ. Σκουφά & Λυκαβηττού, 1965)

Η τύχη μιας κλήρωσης με έφερε στην εξώθυρα του μεγάλου κτιρίου του Πειραματικού Σχολείου Πανεπιστημίου Αθηνών, απέναντι από τον Άγιο Διονύσιο στην οδό Σκουφά. Από τον Οκτώβριο του 1963 έως τον Ιούνιο του 1969 ήταν κάτι σαν το δεύτερο εκπαιδευτικό μου σπίτι. Ας μου επιτραπεί να πιστεύω ότι το πρώτο εκπαιδευτικό σπίτι, παραμένει το ίδιο το σπίτι. Η οικογένεια. Όπως και να έχει τα έξι χρόνια του Δημοτικού ήταν, περιέργως ίσως, τα καλύτερα όλων των σπουδών. Σε αυτό αναμφισβήτητα συνέφερε και το κατάστημα που βρισκόταν διαγώνια απέναντι. Dolce. Στις πρώτες τάξεις που με πηγενόφερνε ο πατέρας και συνήθως τα Σάββατα δεν υπήρχε περίπτωση να μην ταξιδέψει το κουτί με το dolce περιεχόμενο στο πατρικό. Είχε κάτι ιδιαίτερο εκείνο το ζαχαροπλαστείο, όπως τουλάχιστον το έχω καταχωρήσει στη παιδική μου συνείδηση.

Πέρα από την ποιότητα των αγαθών, ο ήσυχος, ευπρεπή χώρος, το λιτό γούστο, και ίσως πάνω απ’ όλα ο ιδιοκτήτης ο κ. Άλκης ευγενής, ήπιος και μετρημένος με τον οποίο ο πατέρας μου είχε μια κοινωνική σχέση και μια κουβέντα παραπάνω από την πελατειακή. Βρισκόταν συνήθως πίσω από μικρό χώρο του ταμείου ενώ στο ίδιο μοτίβο εργαζόταν, συμπεριφερόταν και ο αδελφός του προσφέροντας στην πελατεία τους μια υπηρεσία ισορροπημένη ανάμεσα στο λεπτό αστικό γούστο και την απλότητα. Όταν άνοιξε ο κύκλος των Γυμνασιακών σπουδών και ατυχώς απομακρύνθηκα από το Πειραματικό, η σχέση με το Dolce σιγά - σιγά λόγω αλλαγής πολλών συνθηκών, έφθινε μέχρι που κάποια μέρα έσβησε. Στο τέλος του Αυγούστου του 1991, έσβησε και το ίδιο το Dolce. Οι μνήμες, δεν έσβησαν.


Μασκωτίτσα (Λ. Συγγρού, 1969)

Στα τέλη της δεκαετίας του '60 ο πατέρας βρισκόταν ήδη τρία χρόνια στο κατάστημά του στο νο 16 της οδού Καλλιρόης. Ελάχιστα μέτρα μακριά στο ρεύμα της ανόδου της Λ. Συγγρού, πολύ κοντά στην διασταύρωση με την οδό Αθ. Διάκου υπήρχε ζαχαροπλαστείο, ονόματι Μασκωτίτσα. Όνομα γραμμένο με γυρτά καλλιτεχνικά γράμματα, όπως σε μερικές μαυρόασπρες ελληνικές ταινίες οι τίτλοι και οι πρωταγωνιστές. Οι μεγάλες ατραξιόν ήταν αφενός η τούρτα πουτίγκα όπου μετά δυσκολίας και θυσιών, μετά από τις επελάσεις των αρσενικών της οικογενείας, περίσσευε κάτι ώστε το βράδυ να φτάσει και στην μητέρα. Αφετέρου το παγωτό parfait σε κρέμα και σοκολάτα που προσφερόταν με ημισφαίριες αλουμινένιες συσκευασίες που πιθανόν να ήταν του κιλού, τουτέστιν μια μερίδα ανά άτομο με τις αντοχές εκείνης της περιόδου. Αργότερα μετακόμισε στο ρεύμα καθόδου σχεδόν στο ίδιο ύψος. Τελευταία καταγεγραμμένη φορά που βρέθηκα, ψώνισα τον μακρινό Σεπτέμβριο του 2002.


Κανατάς (Τρίπολη, 1982)

Ανάμεσα στην παντοκρατορία του χακί, εκείνη την άνοιξη στην Τρίπολη, ένεκα νεοσύλλεκτοι ή ποντικαράδες στην argot του Ε.Σ., υπήρξαν δυο στέκια που προσέφεραν μικρές ανάσες της προηγούμενης ευτυχούς ζωής, όπως η ριψοκίνδυνη, τότε, πολυτέλεια της ανάγνωσης πολιτικής εφημερίδας. Κάλυψη στο βάθος του γωνιακού καφενείου, που στεγαζόταν στην πρώτη πλατεία όπου τέμνονταν η Γρηγορίου Λαμπράκη & η Ελ. Βενιζέλου. Χωμένος, χαμένος σε τραπεζάκι στο βάθος, ξεφύλλιζα προσεκτικά την εφημερίδα που στήριζε την αλλαγή και έλεγχε την εξουσία. Αντιθέτως στο γαλακτοπωλείο του Κανατά, στον στενό μονόδρομο Ηρώων Πολυτεχνείου απέναντι από τον Αγ. Βασίλειο, η τζαμαρία που όριζε το σύνολο της πρόσοψής του το καθιστούσε διάφανο, συνεπώς απολύτως ακατάλληλο για ανάγνωση Τύπου από φαντάρους και δη άρτι ορκισθέντες.

Πλην όμως, περνούσες το κατώφλι του Κανατά για καίριο λόγο, όσο και η σοβαρή ενημέρωση. Πέρα από την ρέουσα ατμόσφαιρα ενός επαρχιακού γαλακτοπωλείου με όλη την ήσυχη, συνετή συμπεριφορά των κατοίκων, πριν τους σαρώσουν οι νεωτερισμοί του κέντρου, που ήρθαν σαν θεραπεία σε μια ίωση που ήταν δριμύτερη και πιο επώδυνη από την ίωση, εκεί λοιπόν, πάνω στα μικρά μαρμάρινα τραπέζια, είχες την ευκαιρία να χαρείς πράγματα που ολοένα και απομακρύνονταν από τη ζωή σου.

Γιατί δεν ήταν μόνο η ποιότητα του ρυζόγαλου, της κρέμας, η μερίδα βούτυρο, μέλι, ψωμί το ανυπέρβλητο καϊμάκι και τόσα άλλα προσφερόμενα, αλλά η ευρύτερη εικόνα ενός κόσμου που γλιστρούσε στο παρελθόν. Ο διάκοσμος, η επίπλωση, το μωσαϊκό στο πάτωμα, το επιτοίχιο τηλέφωνο, ο τιμοκατάλογος, το ψυγείο, το πακέτο για το σπίτι, ο ήρεμος τόνος επικοινωνίας.

Κατά περίεργο τρόπο όλα αυτά συνεχίστηκαν και τον 21ο αιώνα, με πρωταγωνιστή τον Γιάννη, παιδί των ιδρυτών, που πέρα από το πτυχίο του στο Ε.Μ.Π. κράτησε το μαγαζί και την παράδοση. Βλεπόμαστε, τα λέγαμε το χαιρόμουν. Φέτος και πέρσι δεν λειτούργησε. Η ιδέα ότι το ζήσαμε είναι ενθαρρυντική. Εξ άλλου δεν ξέρουμε κάτι παντοτινό.