Αλέξανδρος Δαρδούφας. in memoriam (16.09.2011) PDF Print E-mail

Ο Αλέξανδρος Δαρδούφας μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ιστορικός πρόεδρος της Λέσχης. Βρέθηκε στους κόλπους της από τα πρώτα μεταπολεμικά βήματα. Έχοντας την άνεση να προσφέρει στην υπόθεση, εργάστηκε για αυτήν και έφθασε στο προεδρικό αξίωμα.

Ο στόχος αυτός άρχισε να γίνεται πιο ορατός από το τέλος του ’69, όταν τέθηκε σε τροχιά οικειοθελούς απομάκρυνσης ο Γιάννης Κανάρογλου, ενώ αντίθετα ο Δαρδούφας επιλέχθηκε από το Δ.Σ. στη θέση του προέδρου της Επιτροπής διοικήσης Αγωνιστικής κίνησης καθώς και του τρίτου αντιπροέδρου της Λέσχης.

Σε λιγότερο από μια δεκαετία διαδέχτηκε τον Απόστολο Νικολαίδη στον προεδρικό θώκο, θέση που διατήρησε έως το 1997. Αυτές οι δύο προεδρικές θητείες ήταν εκείνες που σηματοδότησαν τη σύγχρονη πορεία του Ελληνικού μότοσπορ.

Για να φθάσουμε όμως στο χρονικό σημείο της προεδρίας του, είχαν προηγηθεί πολλά. Το πόσο στενό και φτωχό ήταν το πλαίσιο στην αρχή, διαφαίνεται και από τις δηλώσεις του, σε μια επετειακή (για τα 75χρονα) έκδοση της Λέσχης, το 2003.

Ήμασταν τρεις φίλοι. Ο Παπαμιχαήλ, ο Νικολόπουλος και εγώ. Είχαμε μανία με τα αυτοκίνητα και λέγαμε να κάνουμε έναν αγώνα. Οι τρεις μας, λοιπόν, πήγαμε στον Νικολαίδη, γενικό γραμματέα τότε, το ’51. Κι’ εκείνος μας είπε:

«όχι φέτος παιδιά».

Γνωρίζαμε όμως τον Μπέμπη, που δούλευε στην Shell και του το προτείναμε. Εκείνος δέχτηκε να φροντίσει να κάνει τον αγώνα η εταιρεία και έτσι ξεκινήσαμε. Πιο πριν δεν υπήρχε τίποτα, αυτός ήταν ο πρώτος αγώνας μεταπολεμικά. Στο ράλυ πήγαμε δέκα – έντεκα πληρώματα. Οι τρεις μας, ο Κουτρουβής, ο Μελιδώνης, ο Μουρτζόπουλος, ο Περατικός, και κάποια κυρία Κύρτση αν θυμάμαι καλά. Είχε επιτυχία το ραλάκι, και έτσι πήγαμε ξανά στον Νικολαίδη την επόμενη χρονιά. Εκείνος είπε:

«εντάξει θα το διοργανώσουμε εμείς» κι’ έτσι έγινε το ράλυ Ε.Λ.Π.Α.

Την επόμενη χρονιά, μετονομάστηκε σε «Ακρόπολις» και η ιστορία ξεκίνησε. Ναι λοιπόν, ο εκλιπών είχε σημαντική συμβολή στην ανάπτυξη του μεγάλου εθνικού μας αγώνα, από την πρώτη στιγμή, αλλά και της Λέσχης στο σύνολο της, σαν συμμετέχων, διοργανωτής, σαν άνθρωπος που εργάστηκε για αυτό το σκοπό, που έτρεξε τις εξελίξεις. Ασφαλώς δεν ήταν και ο μόνος.

Όπως ασφαλώς δεν είναι ο μόνος που ευθύνεται για την πτωτική πορεία του μότορσπορ στον τόπο μας, για την έλλειψη πίστας και για τις χαμένες ευκαιρίες των μέσων της δεκαετίας του ’60 και του τέλους της δεκαετίας του ’70.

ΣΤ’ Δ.Ρ.Α (1958).«Σπούτνικ» - «Αλέξανδρος» ή κατά κόσμον Παύλος Κουντουριώτης (πλωτάρχης του Βασιλικού τότε Ναυτικού) και Αλέξανδρος Δαρδούφας (ο επί 19 ετών πρόεδρος της Ε.Λ.Π.Α.) παίρνουν εκκίνηση. Στον τερματισμό θα επιστρέψουν 11οι γενικής και επικεφαλής της κλάσης τους (Α/3). Θα παραλάβουν τα έπαθλα τους από τον τότε άνακτα Παύλο. (φωτό αρχείο Φ.Φλώρου/Γ. Κακολύρη)


Προφανώς και δεν φέρει την ακέραιη ευθύνη για τον τρόπο που διοικήθηκε η Λέσχη. Μιλώντας ευρύτερα για αυτό, να αναφερθεί ότι καθώς τελείωνε η δεκαετία του ’60 και ενώ ο θεσμός των συνδρομητών κλείνει και αυτός μια δεκαετία, αφού είχε ξεκινήσει την 1η Μαίου του 1960 επί προεδρίας του Παναγή Γιαννουλάτου, το πλήθος των συνδρομητών σχεδόν δεκαπλασιάζεται. Από 1.200 συνδρομητές το ’60 φθάνουμε στους 10.075 στα τέλη του ’69.

Αυτό όμως που παραμένει σταθερό, ή καλύτερα μειούμενο, είναι το πλήθος των μελών της Ε.Λ.Π.Α. που από τα 1067 μέλη του ’61, στα τέλη του ’69 είναι 1013. Καθώς μόνον τα μέλη έχουν δικαίωμα ψήφου αποδεικνύεται ότι η λέσχη μεταβαλλόταν σε κλειστό club, αφού το 1961 τα μέλη είναι 1067 σε 1968 συνδρομητές και αποτελεί μια λογική αναλογία ανάμεσα στο «εκλογικό σώμα» και στον «πληθυσμό». Το 1969 όμως οι αντίστοιχοι αριθμοί είναι 1013 μέλη και 10.075 συνδρομητές που με απλά λόγια σημαίνει ότι δικαίωμα ψήφου άρα και ορισμού της οποιασδήποτε πολιτικής είχε ένας στους δέκα.

Ο εκλιπών πορεύτηκε με αυτή τη λογική. Οι εποχές άλλαζαν, το καθεστώς της στρατιωτικής δικτατορίας δεν θα αργούσε να περάσει στην ιστορία και οι φωνές διαμαρτυρίας να υψωθούν.

Ότι διοίκησε τη Λέσχη αυταρχικά και αυστηρά δεν υπάρχει αμφιβολία. Ούτε ότι επί ημερών του, η Λέσχη άντεξε στις δριμύτερες όλων των επιθέσεων. Επέδειξε ιδιαίτερη αντοχή, διατηρώντας τη θέση του και τον έλεγχο, επιβιώνοντας από κάθε είδους συγκρούσεις.

Αυτό ήταν θετικό για τη Λέσχη, της οποίας τα συμφέροντα υπηρετούσε και αρνητικό για το ελληνικό μότορσπορ.

Ατυχώς ο εκλιπών δεν μπόρεσε να συντάξει τις δύο ανωτέρω συνιστώσες.

Κέρκυρα 1963. Λίγα λεπτά πριν την εκκίνηση, τα αυτοκίνητα είναι παρατεταγμένα, ο Τζώνυς στο άκρο αριστερό έχει την πλάτη γυρισμένη στο φακό, δίπλα του κάπως αμήχανος ο Γιώργος «Voodoo» ή «Warlock» Μεϊμαρίδης σε ρόλο χρονομέτρη, ενώ ο αγωνοδίκης Αλέξανδρος Δαρδούφας και ο Σταύρος Ζαλμάς χαμογελούν με αισιοδοξία. (φωτό αρχείο Φ.Φλώρου/Γ. Κακολύρη)


Αλέξανδρος Δαρδούφας (επί προσωπικού)

Δεν είναι εύκολο, να γράψεις για όσους προηγήθηκαν από εσένα, στάθηκαν απέναντι και, μοιραία, αποχώρησαν πριν από εσένα.

Η γνωριμία μoυ με τον Αλέξανδρο Δαρδούφα, ξεκίνησε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 όταν η τύχη τον έφερε αντιμέτωπο, σε ελάχιστους αγώνες, με τον πατέρα μου. Σε έναν από αυτούς, ανάβαση Πάρνηθας του ’62, ήταν ταχύτερος. Έκτοτε αποκόμισα το παρανόμι «κουρελάκι» καθότι ήμουν απόγονος εκείνου που είχε «κουρελιάσει» στην ανάβαση. Ο χαρακτηρισμός ήταν απολύτως φιλικός, το πείραγμα είχε αγαθές προθέσεις και απηχούσε στο σαφώς πιο καλοπροαίρετο κλίμα της εποχής.

Θυμάμαι το κατάστημα που διατηρούσε η σύζυγός του Έφη, στην οδό Νίκης στο κέντρο της Αθήνας, με είδη του οίκου Dior. Το είχαμε επισκεφθεί, λίγες φορές με την μητέρα μου. Δεν ξεχνώ την μονοκατοικία στην οδό Μυρσίνης στην Κηφισιά όπου επίσης είχαμε, κάποιες φορές βρεθεί οικογενειακά.

Από τις ευχάριστες παιδικές μνήμες, περνώ στις λιγότερο ευχάριστες, νεανικές. Μάιος του ’79, εκείνος πρόεδρος πια της Λέσχης, εγώ στα 21 έτοιμος για το πρώτο μου «Ακρόπολις» και είχε ξεκινήσει ένα θέμα με τους πολύ σφικτούς χρόνους των απλών σε συνδυασμό με τους μικρούς χρόνους, ανά σκέλος, θέσης εκτός αγώνα. Είχα εγγράφως, από τις στήλες της «Καθημερνής» που τότε αρθρογραφούσα, εκθέσει τις αντιρρήσεις μου, αλλά το σύστημα παρέμενε άκαμπτο. Το θέμα απασχολούσε κυρίως τους «μικρούς» πολλούς ερασιτέχνες καθώς η δομή του αγώνα ψαλίδιζε δραματικά τις πιθανότητές τους για τερματισμό. Τον είχα πλησιάσει τότε, με το θάρρος της γνωριμίας, τον είχα παρακαλέσει να το ξαναδεί. Δεν δέχτηκε κάποιου είδους συζήτηση, ενώ σε άλλες, επί του θέματος τοποθετήσεις του, είχε φανεί και αρκετά δηκτικός.

Όλως αιφνιδίως, ελάχιστα λεπτά πριν την εκκίνηση δόθηκε, από την οργάνωση, συνολικά 50 λεπτά (δέκα σε κάθε σκέλος) έξτρα χρόνος. Μολοντούτο, μόλις 20 από τα 155 αυτοκίνητα που ξεκίνησαν αντίκρισαν την καρό σημαία, αν και εξαιρέθηκαν τρεις δύσκολες ετάπ του νυκτερινού σκέλους Καλαμπάκα Ι – ΙΙ. Αν δεν είχε δοθεί εκείνη η παράταση, την Διονυσίου Αρεοπαγίτου θα έβλεπε μονοψήφιος αριθμός πληρωμάτων, όπως και το ’71.

Το λάθος της οργάνωσης δεν αναγνωρίστηκε, δεν συζητήθηκε, δε αναλύθηκε ποτέ. Τουλάχιστον δημόσια. Το κλίμα της Λέσχης δεν επέτρεπε, ερωτήσεις, αμφισβητήσεις, αντιρρήσεις και ο Δαρδούφας το υπηρέτησε με συνέπεια.

Όταν αργότερα η Λέσχη έγινε στόχος σφοδρότατων επιθέσεων, με έναν από τους κύριους εκφραστές αυτής τις πολιτικής τον Φίλιππο Αντωνιάδη, υπήρξαν αρκετοί, ανάμεσά τους και εγώ, που εύρισκαν υπερβολικές τις θέσεις του Φίλιππα. Η πορεία σύγκρουσης όμως, όπως εκ των υστέρων απεδείχθη, ήταν κάτι σαν μονόδρομος.

Αρκετά χρόνια αργότερα, συναντηθήκαμε με τον Αλέξανδρο, στο σπίτι της οδού Μυρσίνης. Ήταν άνοιξη του 2003. Βρεθήκαμε σε δύο συνεδρίες, είδαμε φωτογραφίες και συζητήσαμε για το «Ακρόπολις» καθώς συνέλεγα στοιχεία για την επικείμενη έκδοση του "Όθεν ούζα καλά & άλλες ιστορίες". Το εσωτερικό, που καθόλου δεν θυμόμουν από τα παιδικά μου χρόνια, με βαριά έπιπλα, ήταν κάπως σκοτεινό, αλλά το κλίμα ήταν ευχάριστο. Εκείνος έδειχνε μεν την ηλικία του, αλλά είχε διαύγεια, θυμόταν πολλά. Η Έφη με πολύ ζωντάνια, θυμόταν τα πάντα.

Όταν για τελευταία φορά εγκατέλειψα το σπίτι τους, ήξερα ότι οι πιθανότητες να ξαναβρεθούμε ήταν ελάχιστες. Τότε, όπως και τώρα που πληροφορήθηκα το θάνατό του στεναχωρήθηκα.

Ιδεολογικά με χώριζαν πολλά με τον εκλιπόντα καθώς, όπως και πολλοί άλλοι, τον είχα χρεώσει με αρκετά από τα δεινά του ελληνικού μότορσπορ, ενώ, επίσης όπως και πολλοί άλλοι, πίστευα ότι διαχειρίστηκε λανθασμένα την υπόθεση αυτή.

Αν υποτεθεί, ότι η σχεδόν 20ετής θητεία του ήταν λιγότερο σημαντική από εκείνη του προκατόχου του, Απόστολου Νικολαίδη, τότε είναι βεβαιότητα ότι η δική του θητεία ήταν κατά πολύ ανώτερη από εκείνη του διαδόχου του. Είναι άλλο ένα γεγονός που έρχεται να αποδείξει την ολέθρια πτωτική πορεία της Λέσχης,

Η κριτική βεβαίως, είναι μια εύκολη διαδικασία, καθώς συχνά δεν ξέρουμε τι είδους προβλήματα αντιμετωπίζει ο δεχόμενος την κριτική. Αλλά ο παραδοσιακός Βοναπαρτισμός της Λέσχης, όπως και ο ακραίος συντηρητισμός της, δεν τέθηκαν ποτέ υπό αμφισβήτηση και ο εκλιπών πορεύτηκε μαζί τους.

Στιγμιότυπο από την απονομή των επάθλων των πρωταθλημάτων του ’78. Από αριστερά «Σιρόκο» πρωταθλητής ράλυ, Μανώλης Μακρινός επαθλούχος συνοδηγών, Αλέξανδρος Δαρδούφας πρόεδρος της λέσχης, Χ. Καλτσούνης 5ος στο έπαθλο συνοδηγών, Giovanni Ragusa πρωταθλητής ταχύτητας ομάδων II - V, Σταμάτης Αθανάσουλας 2ος στο πρωτάθλμα ταχύτητας ομάδας 1 κατηγορίας έως 1.300 κ.εκ., Γιώργος «Μέλας» Μειμαρίδης πρωταθλητής αναβάσεων και ταχύτητας ομάδας VI. (φωτό αρχείο Φ.Φλώρου/Γ. Κακολύρη)