| Κύζικος – Akrogiali & άλλα – (Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026) |
|
|
|
|
Περισσότερα από 100 χρόνια έχουν περάσει από τότε που κατατρεγμένοι, όπως εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, οι κάτοικοι της Περάμου εγκατέλειψαν βίαια τον τόπο τους αφήνοντας περιουσίες, κτήματα, κατοικίες, ζώα τις ίδιες τους τις ρίζες, και μετεγκατασταθήκαν στην Ελλάδα. Το Ελληνικό στοιχείο από την Προποντίδα και τη χερσόνησο του Κύζικου βρήκε όση παρηγοριά μπορούσε στο παράλιο μέτωπο δυτικά της Ελευσίνας. Η ευρύτερη περιοχή έφερε το όνομα Μεγάλο Πεύκο και αργότερα μετονομάστηκε σε Νέα Πέραμος για να συγκρατηθούν οι μνήμες. Γνωστά όλα τούτα.
Το 2015 στην Νέα Πέραμο λοιπόν, υπήρχε ένας θερινός κινηματογράφος. Κύζικος το όνομά του και ήταν εγκαταλειμμένος επί μακρόν. Τρία χρόνια αργότερα όμως, είχε ανακαινιστεί, λειτουργούσε και αποτελούσε έναν πυρήνα ψυχαγωγίας της ευρύτερης περιοχής. Ατυχώς δεν θα πήγαινε πολύ μακριά. Ήταν πολύ καλό, πολύ μεγάλο κομμάτι γης, σε πολύ καλό σημείο της πόλης για να προσφέρει τόσα λίγα έσοδα για τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Μέσα στο 2020, είχε κατασκευαστεί και λειτουργούσε ένα ογκώδες Σούπερ Μάρκετ.
Η στεναχώρια εκείνων για την αλλαγή της χρήσης της γης, αλλά και τη διαμόρφωση των νέων συνθηκών γίνεται κατανοητή, στο πλαίσιο της ανάδυσης των ψηφιακών κινηματογραφικών πλατφορμών αλλά και της αξίας της γης που είναι πλέον πολύ ακριβή για να «κάθεται» και να μην «αποδίδει». Να όμως που με λίγη καθυστέρηση ήρθε λίγα χιλιόμετρα ανατολικότερα ο αντικαταστάτης του «σινέ Κύζικος», ονόματι Akrogiali, προσαρμοσμένος σε μια πιο σύγχρονη οπτική. Μικρή απορία και γκρίνια γιατί το όνομα να είναι με λατινικά στοιχεία και ότι με ελληνικά. «Ακρογιάλι» λοιπόν που και ακουστικά αυτό το μεσίστιο γάμα είναι γλυκύτερο από το γκου. Και αν υπάρχει η εμμονή με το λατινικό στοιχείο γιατί όχι Beach ή Seashore, ώστε να έλξωμεν και το αλλοδαπόν πλήθος.
Μιλώντας όμως για κινηματογράφο, διάβασα σε σοβαρή εφημερίδα επιφυλλίδα στην τελευταία σελίδα, γραμμένη από επίσης σοβαρό λειτουργό της δημοσιογραφίας για την αναγέννηση των σινεμά που λίγο ή πολύ προβλέπει παροχές που «θυμίζουν κανονική βραδινή έξοδο (φαγητό, ποτό κλπ.) αξιοσημείωτα καλύτερες συνθήκες παρακολούθησης για τον θεατή (πολυθρόνες. τεχνολογικός εξοπλισμός)». Προσωπικά παραμένω στο επίπεδο της ενόχλησης της κολλημένης σαΐτας στο πανί και το ήχο της τελευταίας ρουφηξιάς του μπυράλ από το μπουκάλι. Χωρίς πολυθρόνα, χωρίς ντόλμπυ σαράουντ, χωρίς τραπεζάκια, χωρίς μασέλες να ανοιγοκλείνουν θορυβωδώς, χείλια να πλαταγίζουν, σάλτσες, λιωμένα τυριά, κρεμμύδια να γίνονται παντοιοτρόπως αισθητά, χωρίς κινητά να κουδουνίζουν, να αναβοσβήνουν. Το ζητούμενο δεν είναι να κουβαλήσουμε το σπίτι μας και τους τρόπους μας στο σινεμά, αλλά να δούμε κινηματογράφο. Και αν τα καταφέρουμε, ας συμμαζέψουμε το μέλλον μας με λιγότερες πολυθρόνες, λιγότερο τεχνολογικό εξοπλισμό, μικρότερη επιθυμία για πολυτέλεια, περισσότερη ησυχία, καλύτερη συνεννόηση και κατανόηση. Δύσκολο έ; υ.γ. για το φινάλε μπόνους εικόνα από το το καλοκαίρι του 2019 και το θερινό ΠΑΛΑΣ στο Παγκράτι. Κλειστό και αυτό.
|







