| O αστερισμός του σκύλου – (Κυριακή 30 Αυγούστου 2026) |
|
|
|
|
Λίγο πριν τα 89 του χρόνια, με ένα ασήκωτο παλμαρέ, ο Ridley Scott στέκεται πίσω από την κάμερα και μας προσφέρει την 30ή του ταινία με τίτλο: «The Dog Stars». Βρισκόμαστε στο 2035, το ανθρώπινο στοιχείο του πλανήτη έχει σχεδόν εκλείψει από μια πανδημία που σάρωσε τους πληθυσμούς. Υπάρχουν ελάχιστοι θύλακες που επιβιώνουν ολιγομελείς ομάδες κατά τεκμήριο ακραία βίαιες. Οι μεγάλες πόλεις έχουν ερημώσει, τα κτίρια, οι δρόμοι έχουν φυτρώσει και κάθε στοιχείο πολιτισμού έχει σβήσει.
Στο δυστοπικό αυτό τοπίο, σημαδεμένοι από το παρελθόν τους αλλά ζωντανοί και υγιείς οι δυο ήρωες μας ζουν και ελπίζουν για κάτι καλύτερο σε ένα εγκαταλειμμένο αεροδρόμιο.
Ο νεότερος (Jacob Elordi) μηχανικός και πιλότος με μόνιμη τη συντροφιά του πιστού του σκύλου, αναζητεί την πιθανότητα για κάτι πιο ελπιδοφόρο στα ασθενή σήματα που φτάνουν στις συχνότητες του ασυρμάτου του. Ο πρεσβύτερος (Josh Brolin), ένας σκληροτράχηλος πρώην πεζοναύτης δεν έχει διάθεση να μετακινηθεί και φροντίζει σχολαστικά την αρτιότητα και την αμυντική δυνατότητα του χώρου τους. Σύντομα θα νιώσουν απειλές, θα εμπλακούν σε συγκρούσεις και θα προκύψει το επόμενο πρωταγωνιστικό ζευγάρι (Sarah Qualley, Guy Pearce) με την αναμενόμενη δόση δράσης. Πέρα από τα μοναδικής ομορφιάς αεροπορικά πλάνα της ορεινής φύσης (ας τεθεί υπ΄όψιν ότι γυρίστηκε στην Ιταλία, στις Άλπεις και στα στούντιο της Τσινετσιτά), αλλά και τις καλοστημένες σκηνές αποκάλυψης στις έρημες πόλεις, το ισχνό φως, οι νεφελώδεις μέρες, το θολό περιβάλλον προσδίδουν την απαιτούμενη ατμόσφαιρα. Μόνο τα βράδια είναι διαυγή και γίνεται δυνατή η έναστρη παρατήρηση. Αφήνει επίσης μηνύματα για εναλλακτικούς τρόπους διαβίωσης, έστω και μέσα από το θρησκευτικό φίλτρο των Μορμόνων, που διαβιούν όλως διαφορετικά από τους πάνοπλους και πανέτοιμους για κάθε τι πρωταγωνιστές μας. Προφανώς δεν είναι τυχαίος ο τρόπος που ολοκληρώνεται η ταινία. Ίσως να μην έχει την φρεσκάδα, ή το βάθος των προηγούμενων πονημάτων του R. Scott, πιθανόν να το χαρακτηρίζει μια δόση υπερβολής και να βαδίζει πάνω σε γνωστά μοτίβα έτσι ώστε κάποιοι να το χαρακτήριζαν ως «Αμερικανιά», αλλά δεν είναι χαμένος χρόνος.
|




