| Κ. Βενιζέλος – Μ. Ιγνατίου: ΕΝΟΧΟΣ – (Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026) |
|
|
|
|
Αν ξεκινήσουμε από τα χαρακτηριστικά που δυνητικά θα μπορούσαν να περιγραφούν ως αρνητικά, θα αναφέρονταν οι κουραστικές μεν, αναγκαίες δε λεπτομέρειες και το συναισθηματικό ύφος της αφήγησης που διακατέχει τους συγγράψαντες, πράγμα αναμενόμενο σε κάποιο βαθμό. Χωρισμένο σε δέκα κεφάλαια και έξι παραρτήματα το πόνημα των 469 σελίδων, στέκεται ανελέητο απέναντι στον υπουργό των εξωτερικών των Η.Π.Α. την χρονική περίοδο του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο. Και με δεδομένη την κατάσταση πoυ είχε περιέλθει ο πρόεδρος των Η.Π.Α., Ρ. Νίξον, λόγων των εξελίξεων με το σκάνδαλο Γουότεργκέιτ, o υπουργός των Εξωτερικών δρούσε κατά το δοκούν, σχεδόν ανεξέλεγκτα, πάνω σε μια δική του ατζέντα. Το σύνολο των στοιχείων που αναφέρονται είναι απότοκα της σοβαρής και ενδελεχούς έρευνας που έχει σε επίσημα αποχαρακτηρισμένα αρχεία των Αμερικανικών αρχών. Ακόμα και σε αυτά όμως, υπάρχουν τμήματα ή παράγραφοι που το περιεχόμενό τους παραμένει απόρρητο, ενώ υπάρχει και πλήθος αρχείων που δεν έχουν δημοσιοποιηθεί. Ευθύς εκ πρώτης στιγμής, από την μελέτη των εγγράφων και ντοκουμέντων γίνονται σαφή δυο πράγματα. Πως το Κυπριακό ήταν ένα θέμα ιδιαίτερα περίπλοκο, που όσο περνούσε ο χρόνος εμφανίζονταν περισσότερα αδιέξοδα καθώς και η βαθιά εμπλοκή των Η.Π.Α. με ένα μεγάλο σύνολο διαχειριστών όπως πολιτικών, διπλωματών, πρακτόρων μυστικών υπηρεσιών. Άλλοι εκτέλεσαν τα καθήκοντά τους με ακεραιότητα και υπευθυνότητα, ενώ άλλοι υπάκουσαν σε άλλες αρχές.
Από την μελέτη των επισήμων αποχαρακτηρισμένων εγγράφων, τις συνεντεύξεις με πρωταγωνιστές της υπόθεσης και άντληση στοιχείων από την σχετική βιβλιογραφία οι συγγραφεί παρουσιάζουν το πόνημά τους, εγείρουν το κατηγορητήριο για τον Κίσινγκερ και καταλήγουν στο συμπέρασμά τους: Ένοχος. Ακολουθούν μερικά αποσπάσματα όπου τα παραπάνω γίνονται σαφή. Τα μηνύματα που αντιλαμβάνονταν οι Αμερικανοί για της κινήσεις της χούντας των Αθηνών απέναντι στην Κύπρο ήταν πολλά και έντονα. Το επισημαίνει ο διευθυντής γραφείου Κύπρου Τόμας Μπόγιατ. Για την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του Μακάριου τον Οκτώβριο του ΄73 θυμάται: «Είπα αμέσως ότι η δολοφονική απόπειρα εναντίον του Μακαρίου την οργάνωσαν Έλληνες στρατιωτικοί». Και θα σημείωνε στις αναφορές προς τους ανωτέρους του πως: «οι έλληνες στρατιωτικοί, εκτός από αυτούς που υπηρετούσαν στο ΝΑΤΟ, είχαν μια πολύ περιορισμένη άποψη για τον κόσμο. Δεν είχαν καμιά διεθνή εμπειρία, άρα ήταν άκρως επικίνδυνοι». Θα συμπλήρωνε δε ότι: «Ήμουν απόλυτα βέβαιος πια ότι η ΕΟΚΑ Β΄ στην Κύπρο χρηματοδοτούνταν και διοικούνταν από την ελληνική χούντα». (σ.37) Την τύχη της Κύπρου εκείνο το μοιραίο καλοκαίρι του ’74, την προσδιόρισε η απόφαση και η εκτέλεση του πραξικοπήματος. Ο ουσιαστικός ηγέτης της Ελλάδας, ταξίαρχος Δημ. Ιωναννίδης, κλεισμένος σε έναν δικό του κόσμο, υποστηριζόμενος και ενθαρρυνόμενος από τον Γκας Λάσκαρη Αβρακώτο και άλλα στελέχη της C.I.A., πίστεψε ότι μπορούσε να ανατρέψει τον Μακάριο, για τον οποίο έτρεφε μίσος, και γιατί όχι να πετύχει την ένωση χωρίς σοβαρή παρενέργεια. Όλη αυτή η παράκεντρη εξουσία ήταν πεπεισμένη ότι «…ο Αρχιεπίσκοπος και Πρόεδρος της Κύπρου θα παρέδιδε το νησί στην Σοβιετική Ένωση». (σ. 74). Μετά την εισβολή και το κενό εξουσίας που υπήρχε στην Ελλάδα, όπου οι Αμερικανοί διαμεσολαβητές έτρεχαν να αποσοβήσουν έναν Ελληνοτουρκικό πόλεμο, υπήρχε και μια αντίστοιχη κατάσταση στην Τουρκία όπως τουλάχιστον περιγράφεται από τον Τομ Μπόγιατ όταν ξεκίνησε η εισβολή. Τότε ο συνάδελφός του Αμερικανός πρεσβευτής στην Άγκυρα, Μπιλ Μακόμπερ, εκλιπαρούσε τον Ετζεβίτ να μην αφήσει να συμβεί κάτι τέτοιο, και ο Τούρκος πρωθυπουργός δακρυσμένος απάντησε: «Κύριε πρέσβη δεν περνά από το χέρι μου». (σ.130) Φανερώνεται ένα ιδιαιτέρως σημαντικό στοιχείο που δυνητικά θα άλλαζε την ιστορία. Υπήρχε μια επιστολή υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο Νίξον με ιδιαιτέρως αυστηρό περιεχόμενο προς τον Μπ. Ετζεβίτ με την εντολή να μην εισβάλλει στην Κύπρο. Όσοι Αμερικανοί την διάβασαν κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι ήταν αυστηρότερη, περιείχε και απειλές από εκείνη που στείλει ο Λ. Τζόνσον στον Ι. Ινονού τον Ιούνιο του 1964 και τελικά συγκράτησε την επιθετικότητα της Τουρκίας. Η επιστολή έφθασε μέχρι το γραφείο του Ετζεβίτ παραμονή της εισβολής αλλά δεν παραδόθηκε. (σ. 168). Όταν η Μεταπολίτευση είναι πλέον γεγονός στην Ελλάδα και βρισκόμαστε στο χρονικό σημείο των διαπραγματεύσεων στην Γενεύη, η αμερικανική πλευρά βλέπει ή φοβάται πράγματα που δεν υφίστανται όπως τουλάχιστον τα αφηγείται ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζ. Σίσκο: «Ο Καραμανλής είναι σε ευαίσθητο σημείο και πρέπει να βρίσκεται σε επιφυλακή σχετικά με απόπειρες πραξικοπήματος –από αριστερά και δεξιά- για να εξαλείψουν την κεντρώα μετριοπαθή ηγεσία». (σ.182). Και ναι μεν υπήρχε ο φόβος από δεξιά όπως αποκαλύφθηκε τον Φεβρουάριο του 1975, αλλά ποια Αριστερά τότε; Ένα γεγονός που παραμένει τόσο ανεξιχνίαστο όσο και μη προσβάσιμο είναι η δολοφονία του Αμερικανού πρέσβη στη Λευκωσία Ρότζερ Ντέιβις: «Αξίζει να σημειωθεί ότι φάκελος της δολοφονίας του Ρότζερ Ντέιβις παραμένει ερμητικά κλειστός. Μετά την επιστροφή του Μακαρίου στην Κύπρο, οι Αμερικανοί τον ταλαιπώρησαν πάρα πολλές φορές απαιτώντας εκβιαστικά να συλλάβει τους δράστες και να τους καταδικάσει. Δυστυχώς ο Αρχιεπίσκοπος ενέδωσε. Ένας από τους καταδικασθέντες ήταν ο Γιαννάκης Κτηματίας, φώναζε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, ότι ήταν αθώος. “Με θυσίασαν για να ικανοποιήσουν τους Αμερικανούς”, μας είχε δηλώσει». (σ.247) Κρίσιμο στοιχείο ήταν και η αντιπάθεια που έτρεφε ο Η.Κ. για τον Μακάριο. «Δεν αποδέχτηκε ποτέ την “ήττα” του στο θέμα της επιστροφής του Μακαρίου. Πίστευε ότι ο μοναδικός ένοχος για την διευθέτηση του Κυπριακού ήταν “ο φιλόδοξος Αρχιεπίσκοπος”. Ταυτόχρονα ισχυριζόταν ότι ήταν ένα “παιχνιδάκι” στα χέρια των Σοβιετικών. Η πλάνη αυτή διακατείχε τον Κίσινγκερ μέχρι την αποχώρησή του από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αλλά έκανε κοινωνούς των σχεδιασμών του και τους αντικαταστάτες του, όπως και τους συμμάχους του στο Κογκρέσο». (σ.289) Για την σημαντική θέση της Τουρκίας με τις τότε ισορροπίες σε θυελλώδη συζήτηση μεταξύ στελεχών στο Υπ. Εξ. των Η.Π.Α. που έγινε στις 22 Οκτωβρίου του 1974: «Ο Αμερικανός υπουργός ρώτησε ευθέως με σαφή εκνευρισμό στον τόνο της φωνής του: Έχει μελετήσει κανείς σε αυτό το κτήριο τι θα συμβεί εάν γίνει πόλεμος μεταξύ Ισραήλ και Συρίας το επόμενο καλοκαίρι και οι Ρώσοι επιχειρήσουν να παρέμβουν, πως μπορούμε να δράσουμε επιχειρησιακά στην ανατολική Μεσόγειο χωρίς τους Τούρκους;» (σ.304)
|




