…λέπρα – (Τρίτη 4 Αυγούστου 2026) PDF Print E-mail

Κυριακή βραδάκι, κατέφθασε μήνυμα: «αν έχεις χρόνο κι αν μπορείς δες ΕΡΤ3, τώρα». Απάντησα άμεσα: «το  βλέπω, το είχα επισημάνει».  Από τον χειμώνα το είχα προσέξει, το έπαιζε κάποια στιγμή ο «Δαναός», ήθελα να το δω σε κινηματογραφική αίθουσα, αλλά δεν προέκυψε. Κάπως έτσι ήρθε η ώρα του, από το κρατικό κανάλι με το μειονέκτημα της τηλεόρασης και το πλεονέκτημα της ανενόχλητης παρακολούθησης. Ο λόγος για το ντοκιμαντέρ, Super Paradise.


Πίσω από την τυπωμένη φωτογραφία, η καταγραφή αναφέρει: «23.06.1975 Πλατύς Γιαλός».


Χωρίς διάθεση κριτικής και μακριά από την ιδιότητα του Μυκονολόγου, θα περιοριστώ σε λίγες απαλές σημειώσεις, απότοκες εμπειριών που πυροδοτήθηκαν από την θέαση του ντοκιμαντέρ.

Ξεκινώντας, ας καταθέσω ότι μόλις ολοκληρώθηκε το τελευταίο από τα 87 λεπτά της διάρκειάς του και έπεφταν οι τίτλοι, ένα αλλόκοτο συναίσθημα ανάμεσα σε αναστάτωση, θυμό και μελαγχολία με κατέκλυσε. Είχα, ανάμεσα σε άλλα, σκαλώσει σε μια φράση, ενός εκ των πολλών που μίλησαν και τοποθετήθηκαν επί του θέματος, του Γ. Βέλτσου εν προκειμένω, ο οποίος την πίστωσε στον F. Nietzsche: «Ο Τουρισμός είναι λέπρα». Αν δηλαδή ο Γερμανός φιλόσοφος, που εγκατέλειψε τα εγκόσμια στην αυγή του 20 αιώνα, έβλεπε το σήμερα τι θα έλεγε;

Είχα την μεγάλη "ατυχία" να βρεθώ στο νησί το πρώτο πλήρες καλοκαίρι της Μεταπολίτευσης, η οποία συνοδεύτηκε από την μεγαλύτερη "ατυχία" να είναι οι συνθήκες ιδανικές. Με την Ελένη φιλοξενούμενοι στο σπίτι της Ρούλας που βρισκόταν μέσα στη Χώρα. ‘Όλα τούτα, λίγες μέρες αργότερα από το τέλος της βασάνου της τελευταίας χρονιάς στο σχολείο έχοντας, επί τέλους, απαλλαγεί από τον κάθε είδους εσμό των μετριοτήτων που είχαν καταταλαιπωρήσει τα τελευταία έξι χρόνια της νεότητάς μου. 

Πριν τα 18 όλα αυτά. Χωρίς άδεια οδήγησης αυτοκινήτου ή μοτοσυκλέτας άλλο θέμα αν «ήξερα», αλλά ουδέποτε είχα παρανομήσει.

Έτσι το πρωί με λεωφορείο για Πλατύ Γιαλό ή με καΐκι για παραλίες, όρα Παραντάιζ που δεν είχαν οδική πρόσβαση.

Απόγευμα επιστροφή, βράδυ γνωριμία με τα νυκτερινά δρώμενα.

Με μιαν αφέλεια τόσο πληθωρική, πιστεύοντας ότι τα πράγματα θα παρέμεναν έτσι, εσαεί.

Από την άλλη πλευρά, αυτή η αισιόδοξη αφέλεια υπήρξε η μεγαλύτερη προστασία από τις βαριές, ανεπίστροφες παθογένειες που προοδευτικά θα κόμιζε η "τουριστική ανάπτυξις", ειδικά στο συγκεκριμένο νησί. Κάτι σαν αντισώματα στην επερχόμενη επιδημία.

 


Πέντε μέρες κράτησε εκείνη η πρώτη διαμονή στον σούπερ παράδεισο, ο οποίος χρειάστηκε αρκετό χρόνο για να πάρει τη θέση του σε έναν από τους θρόνους του βασιλείου των αναμνήσεων. Κάπως έτσι, το εισιτήριο επιστροφής στο κλεινόν άστυ και στην καθημερινότητα, με το "Απόλλων" παρακαλώ, θα σήμαινε την ολοένα και μεγαλύτερη απόσταση που θα χώριζε έκτοτε το τότε, από το κάθε τώρα.


Το "Απόλλων" με τα διακριτικά της  Π.Μ. Νομικός. Μέχρι τις αρχές του 1976, θα άλλαζε ιδιοκτήτη.


Έκτοτε επέστρεφα τουλάχιστον άπαξ της δεκαετίας και βέβαια η υπόθεση γινόταν ολοένα και χειρότερη, κάνοντας ακόμα λαμπρότερη την πρώτη επίσκεψη. Γνώρισα τον τόπο ακόμα και Γενάρη ή Απρίλη.


Σεπτέμβρης 1986. Άγιος Σώστης.


Γενάρης 1995. Ορνός.



Μάιος 2003 Ελιά.


Την τελευταία φορά, το 2008, ανέλπιστα είχα ενοχληθεί λιγότερο και είπα να μείνει αυτή ως τελευταία γεύση. Όπερ και εγένετο.

Μια χρονιά νωρίτερα, το 2007, περάσαμε από εκεί την πρώτη μέρα του Ιουνίου. Αργά το απόγευμα περιμένοντας το καταμαράν για Σύρο, τα ποστάλια μαζί και το "Απόλλων" όδευαν στην ιστορία, ένα νεαρό ζευγάρι πλησίασε μια εύσωμη κυρία που φορούσε ένα μονοκόμματο ριχτό. Μιλώντας της στον πληθυντικό, την παρακάλεσαν να βγάλουν όλοι μαζί μια φωτογραφία. Εκείνη συναίνεσε.

Ιούνιος 2007.

Αναγνωρίζοντας την κυρία ως τέως πρωθυπουργική σύζυγο και πρώην εισπράτουσα χειρονομία αναγνωρίσεως σε κλίμακα αεροσκάφους, μου δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το νεαρό ζευγάρι είχε κοροϊδευτική τάση. Να τρολάρει όπως επεβλήθη ο όρος χρόνια αργότερα. Όχι όμως, δεν ήταν έτσι. Και ήταν άλλο ένα, γενικότερο, σημάδι των επερχόμενων καιρών. Της ανηλεούς εξουσίας του Τίποτα.



Ιούνιος 2008.


Εν μέσω των πυρκαγιών που κατακαίουν τον τόπο μας δε βρήκα σήμερα κάτι πιο ταιριαστό να πω. Ωστόσο, τα δασωμένα μετά από κάποια χρόνια θα ξαναβλαστήσουν. Αλλά η ανεξέλεγκτη οικιστική θύελλα του νησιού θα παραμείνει. Μαζί της και τα ογκώδη μαύρα εσγιουβιά, οι σωματοφύλακες, η χυδαία επίδειξη νεοπλουτισμού, τα κάθε μορφής νταβατζιλίκια, η ανελέητη ντρόγκα, η κάθε έκφραση προσοδοφόρας παρανομίας και όλα τα στοιχεία που μετέτρεψαν ένα super paradise σε μια hyper inferno.

Σύνθετο το ντοκιμαντέρ πιασιάρικο, σχεδόν πλήρες, αλλά δεν τράβηξε μια ξεκάθαρη γραμμή ανάμεσα από την ελευθεριότητα και την χυδαιότητα, ανάμεσα στην σπουδαιότητα και την ασημαντότητα. Επίσης δεν διέθετε μια αφήγηση με πληροφορίες που θα συνέδεε τις απόψεις όσων μίλησαν καλύπτοντας νεκρές γωνιές. Άφησε δε, ασχολίαστες τις ενδείξεις που αργά ή γρήγορα θα έφερναν αυτό που σήμερα κυριαρχεί, αν και τότε ακουγόταν όμορφο, γραφικό, μοναδικό. Επίσης δεν συνδύασε άμεσα, συγκριτικά την βαναυσότητα του σήμερα με την γλύκα του χτες.

Όλοι οι συνεντευξιαζόμενοι ήταν κάποιας ηλικίας, καθώς είχαν ζήσει, εργαστεί, περάσει από το νησί αρκετές δεκαετίες νωρίτερα. Κάποιοι γοήτευσαν, άλλοι όχι. Στους πρώτους εκείνος που δεν έδειξε το πρόσωπό του, αλλά τα σκίτσα του ήταν ο πιο διακριτικά περιεκτικός. Σε κάθε περίπτωση, το ντοκιμαντέρ στο σύνολό του αξίζει της προσοχή, τουλάχιστον για όσους άφησαν ένα κομμάτι τους εκεί. Για οποιοδήποτε λόγο.

Πενήντα ένα χρόνια μετά την πρώτη επίσκεψη, τότε που φορτώναμε τις κασέτες στις Instamatic και δεκαοκτώ μετά την τελευταία επίσκεψη, όταν ο ψηφιακός κόσμος ήδη έστελνε τα φίλμς στα αζήτητα, ο κόσμος φαντάζει πιο σύνθετος, πιο απρόσιτος, πολύ πιο αγενής και πιο άσχημος. Και οι πιο όμορφες γωνιές του, όπως η Μύκονος του 1975, βυθίζεται ολοένα βαθύτερα σε μια αποκρουστική ακριβή, πλούσια ασχήμια.