| F.S.F. Επίκαιρος,– (Κυριακή 2 Αυγούστου 2026) |
|
|
|
|
Εκατό χρόνια μετά την έκδοσή του, «ο Μεγάλος Γκάτσμπυ» παραμένει επίκαιρος. Το αυτό και για το: «Έρωτας μέσα στη νύχτα». Ο δημιουργός τους, Francis Scott Fitzgerald ήταν τότε λίγο πριν τα τριάντα του.
Παρατηρητικός και ευαίσθητος απέναντι στο περιβάλλον του, βυθισμένος ήδη στα προβλήματα ανάγνωσης και ερμηνείας της πραγματικότητας που ζούσε, με την βάσανο του οινοπνεύματος να τον κατακτά, κατέγραψε ότι τον όριζε. Ο τόπος που μεγαλώνει λειτουργεί πλέον ξέφρενα. Μεσοπόλεμος πριν το Κραχ, ανάπτυξη κατά το κοινώς λεγόμενον «του σκοτωμού», ποτοαπαγόρευση αλλά το αλκοόλ ρέει άφθονο όσο ποτέ, με η φρενίτιδα του πλουτισμού να επελαύνει, τη τζαζ που κυριαρχεί όχι μόνο ως μορφή Τέχνης, αλλά ταυτόχρονα μπροστά του ορθώνονται, η ανισότητα, ο ρατσισμός, η βία που έχουν τιμητικές θέσεις στην κοινωνία. Όλα τούτα αποτελούν τα υλικά των αφηγήσεών του, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό είναι προσωπικά του βιώματα. Έναν αιώνα αργότερα, δεν έχουν αλλάξει πολλά. Το κραχ που κλόνισε την παγκόσμια οικονομία, τα 60 εκατομμύρια των νεκρών του Β΄Π.Π., οι μυριάδες μικρότερες ένοπλες συγκρούσεις έκτοτε, οι πανδημίες και τόσα άλλα παθήματα δεν έδειξαν να πτοούν την ροπή του κόσμου προς τις ίδιες ακριβώς παθογένειες. Ακόμα και εδώ σε ένα τόπο ακόμα περισσότερο ταλαιπωρημένο και ταλαιπωρούμενο τα συναντάμε σε εκθετικό βαθμό. Το αντικρίζουμε καθημερινώς στις τόσο λαμπερές, προβεβλημένες, ακριβές μα τόσο άδειες και τελικά τόσο ευτελείς εκδηλώσεις, όρα γαμήλιες τελετές, τριήμερα πάρτυ, κάθε είδους χαρές των επιφανειακά επιφανών ατόμων, μας οδηγεί στο να θυμηθούμε την άποψη του Τομ Μπουκάναν για τα πάρτυ του Γκάτσμπυ: «Λοιπόν θα πρέπει να ζορίστηκε πολύ για να καταφέρει να μαζέψει όλο αυτό τσίρκο εδώ». (σ.98) Σε επίπεδο αυτογνωσίας, οι αγωνίες παραμένουν ίδιες καθώς ο κεντρικός του ήρωας ο Νικ Καραγουέι ομολογεί: «Είχα γίνει τριάντα. Μπροστά μου ανοιγόταν η φοβερή, απειλητική λεωφόρος μιας νέας δεκαετίας». (σ.121). Στο σύντομο «Έρωτας μέσα στη νύχτα» θέτει τον πρώην πρίγκιπα ήρωά του τον Βαλ, να ανησυχεί για κάτι τόσο σημαντικό, που όμως απασχολεί πολύ λίγους: «Μετά πήγε στη Γαλλία και βρέθηκε ξαφνικά αντιμέτωπος με το καταπληκτικό πρόβλημα πώς να κρατήσει μαζί το σώμα και την ψυχή του». (σ.35). H δε τελευταία αράδα από τον Γκάτσμπυ: «Κι έτσι συνεχίζουμε, βαρκούλες που παλεύουμε κόντρα στο ρεύμα που αδιάκοπα μας φέρνει πίσω στο χτες» (σ.161), μας οδηγεί προς το άδηλο μέλλον, ενώπιον του άνοστου παρόντος και στο παρελθόν που λειτουργεί σαν καταφύγιο, κάτι επίσης πολύ κοινό με το σήμερα.
|




