Simon Kuper: Στον πυρετό του Mουντιάλ – (Κυριακή 12 Ιουλίου 2026) PDF Print E-mail

Ευρηματικός, παρατηρητικός και διαβασμένος ο συγγραφέας, συνέλεξε εμπειρίες 32 ετών, και εννέα μουντιάλ που παρακολούθησε εκ του σύνεγγυς με την δημοσιογραφική ιδιότητα και τις καταθέτει με χάρη σε μια άριστα επιμελημένη, σε ότι αφορά το περιεχόμενο, έκδοση. Απευθύνεται σε ποδοσφαιρόφιλους, αλλά είναι αναγνώσιμο και σε κοινό όπου το ποδόσφαιρο δεν είναι στις προτεραιότητές του.

Ξεκινά την αφήγησή του αναλύοντας την περίπτωση του Ζυλ Ριμέ, του Γάλλου που εμπνεύστηκε και εργάστηκε σκληρά για την σύσταση και λειτουργία του θεσμού. Με ταπεινή καταγωγή, υπήρξε ευθύς εξ αρχής υπέρ της επαγγελματικής προσέγγισης σε αντίθεση με το κυρίαρχο πνεύμα της εποχής, ένεκα Πιερ ντε Κουμπερτέν και το ιδεώδες του Ολυμπισμού. Χρειάστηκε ως συνήθως σε τέτοιες περιστάσεις σωρεία συμβιβασμών, αλλά η Ιστορία, δια χειρός Kuper, μας παραδίδει τον Ριμέ καθαρό και σε σύγκριση με τους διαδόχους του, άριστο.

Στη συνέχεια ο συγγραφέας ξετυλίγει μια ακολουθία γνώσεων και εμπειριών, είτε ως παιδί, είτε ως φοιτητής, είτε ως εργαζόμενος καθώς έτυχε να αντλήσει πολιτιστικά στοιχεία από διάφορες χώρες, όπως την Νότια Αφρική, την Ολλανδία, την Αγγλία, την Γαλλία. Έχοντας έτσι μια οικουμενικότητα, μετά το πέρας των σπουδών του στην Οξφόρδη εργάστηκε στους Financial Times και ταυτόχρονα ξεκίνησε την εμπλοκή του με το ποδόσφαιρο όπου συν τω χρόνω χτίζοντας σχέσεις εισχωρούσε όλο και βαθύτερα στον πυρήνα του χώρου, καταλάβαινε περισσότερα και κυρίως παρακολουθούσε τις εξελίξεις που κόμιζαν οι αρχές του σπορ.

Όλα τούτα τα περιγράφει με γλαφυρότητα και ακρίβεια, μεταφέροντας στον αναγνώστη απίθανες λεπτομέρειες αλλά και μύχιες σκέψεις του, προϊόν κυρίως  της προσήλωσής του στο αντικείμενο. Συνδυάζει συχνά και με τρόπο όμορφο γεγονότα και συμβάντα που ή ήταν παρών ή δεν έζησε, μα χρόνια αργότερα είχε μια κουβέντα για αυτά με τους πρωταγωνιστές τους.

Αποκαλυπτικός σε ότι αφορά την διοργάνωση του 2010 που ανέλαβε η Νότιος Αφρική, που τρόπον τινά είναι και η γενέτειρά του. Για το θέμα αυτό, έκανε δεκάδες συνεντεύξεις, πριν κατά τη διάρκεια και αρκετά αργότερα από τους αγώνες. "Μια χώρα που διοργανώνει Παγκόσμιο Κύπελλο κατασκευάζει υποδομές που δεν χρησιμεύουν στην καθημερινότητά της" (σ.124). Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι σε χώρες όπως η Ν. Αφρική που σε αντίθεση με την διοργανώτρια του προηγούμενου Μουντιάλ, Γερμανία, έχουν πολλές άλλες προτεραιότητες η διοργάνωση δεν θα αποφέρει οφέλη.

Στη συνέχεια προσφέρει πλούσια στοιχεία, αποδεικνύοντας πόσο ωφελημένη βγήκε η FIFA, η οποία στο οικονομικό κομμάτι πήρε την μερίδα του λέοντος. "Δουλειά της Νότιας Αφρικής ήταν να πληρώσει την κατασκευή των σταδίων και των υποδομών, ενώ της FIFA ήταν να τσεπώνει τα χρήματα από την τηλεόραση και τις χορηγίες" (σ.126).

"...η ομοσπονδία προστάτευε μετά μανίας τους χορηγούς του Παγκοσμίου Κυπέλλου. απαγόρευσε σε κάθε μικρή νοτιοαφρικανική επιχείρηση να προσθέσει τις λέξεις "2010" και "Παγκόσμιο Κύπελλο" στα προϊόντα της. Ανάγκασε την χώρα να περάσει νόμο ο οποίος καθιστούσε παράνομο το "αιφνιδιαστικό μάρκετινγκ" κάτι που επέσυρε ποινή φυλάκισης. Η εκμετάλλευση της Νότιας Αφρικής από την ομοσπονδία ήταν όμοια με εκείνη των Αφρικανών από τους λευκούς αιώνες τώρα " (σ.141)

Άλλο ένα στοιχείο που καταδεικνύει το μέγεθος της περιπέτειας και της εκμετάλλευσης της Μαύρης Ηπείρου, οπό τους απανταχού λευκούς, το οποίο μάλιστα συνέπεσε ως ανάγνωσμα με την ηρωική απόπειρα του Capo Verde να γκρεμίσει από τον θρόνο της την πρωταθλήτρια Αργεντινή, στο τρέχον Μουντιάλ.

Ο S. Kuper κλείνει το νοτιοαφρικάνικο κεφάλαιο με μια επίσκεψη 14 χρόνια μετά την διοργάνωση όπου με πίκρα διακρίνει την μάταιη προσπάθεια να αξιοποιηθούν τα γήπεδα και οι υποδομές που στοίχισαν εκατοντάδες εκατομμύρια και συνεχίζουν να στοιχίζουν με την απρόσφορη συντήρησή τους. Συναντιέται με παράγοντες της ομοσπονδίας, προέδρους ομάδων και το συμπέρασμα είναι θλιβερό,

Ακολούθως ασχολείται με τις επιλογές των διοργανωτών για τις διοργανώσεις του 2018 (Ρωσία) και 2022 (Κατάρ), συνομιλεί με τον Ζεπ Μπλάτερ καταδύεται στα τρίσβαθα της διαφθοράς, των χρηματισμών και του συστήματος να στήνονται τα πράγματα σύμφωνα με τη βούληση της FIFΑ, πνιγμένα όλα τούτα στο λόμπιν.

Αρνητικό κλίμα υπήρξε και στην Βραζιλία για το Μουντιάλ του 2014. "Η μεσαία τάξη, ειδικά, δεν σκόπευε να ζητωκραυγάσει υπέρ μιας διοργάνωσης την οποία θεωρούσαν ένα απέραντο φεστιβάλ προπαγάνδας, σπατάλης και διαφθοράς της βραζιλιάνικης κυβέρνησης" (σ.193). Όταν δε η "Σελεσάο" αποκλείστηκε, του Νεϊμάρ απόντος από την Γερμανία με εκείνο το ταπεινωτικό 1 - 7 η απογοήτευση ήταν μεγαλύτερη από το χαμένο Μουντιάλ στο Μαρακανά το 1930.

Στέκεται σφόδρα επικριτικός τόσο απέναντι στη διοργάνωση της Ρωσίας, όπου όμως εκφράζει την συμπάθειά του για τον πληθυσμό και πολύ περισσότερο για το Μουντιάλ του Κατάρ, όπου, η παρείσφρηση  μεγάλων κεφαλαίων του μικρού βασιλείου στην Ευρωπαϊκή οικονομία αλλά και η προ εννέα μηνών εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, δημιούργησε εξάρτηση από το φυσικό αέριο του Κατάρ, κατέληξε δε γράφοντας πως:  "Οι Ευρωπαίοι είχαν μπει στο τσεπάκι του Κατάρ".

Μετέφερε το κλίμα, τις ανησυχίες για τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν οι χιλιάδες ξένοι εργάτες που δούλεψαν, τις υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν για μια σχετική οικονομική κάλυψη των οικογενειών αυτών που σκοτώθηκαν εργαζόμενοι εκεί, την μεσαιωνική συμπεριφορά των αρχών απέναντι με μειονότητες και κατέληξε: "Η Ντόχα δεν θα μου έλειπε" (σ.274).  Περιέγραψε και την ατμόσφαιρα στην Αργεντινή την νικήτρια του τουρνουά μεν, αλλά σε βαθιά οικονομική κρίση δε, όπου τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι βγήκαν στους δρόμους να υποδεχτούν την ομάδα. "Το Παγκόσμιο Κύπελλο είναι το όραμα μιας εναλλακτικής διεθνούς ιεραρχίας, στην οποία οι Η.Π.Α. είναι χαμηλά και η Κίνα ανύπαρκτη" (σ. 275).

Στο σύνολό του το βιβλίο είναι εξαιρετικό, βρίθει από εύστοχες παρατηρήσεις, επαγωγικά συμπεράσματα και παρά το γεγονός ότι αποκαλύπτει πικρές αλήθειες που δεν υπάρχει περίπτωση κάποτε να αρθούν, ή έστω να διορθωθούν παραμένει απολαυστικό και προϊόν σοβαρής, μεστής δουλειάς.

H πραγματικότητα όμως, κάθε άλλο παρά εξαιρετική είναι στο τρέχον Μουντιάλ, όπου όλα δείχνουν ότι η πολιτική παρεμβατικότητα ήταν άνευ προηγουμένου, καθώς κάνοντας ένα ακόμα αχρείαστο όσο και πρωτάκουστο βήμα στην παρακμιακή πορεία της, η πολιτική ηγεσία των Η.Π.Α. απαίτησε και πέτυχε την άρση της τιμωρίας του παίκτη της Φολαρίν Μπάλογκαν, ώστε να είναι διαθέσιμος στο κρίσιμο παιχνίδι με το Βέλγιο.

Κάτι που ατυχώς για αυτή την παρέμβαση και ευτυχώς για την έννοια της ευρύτερης δικαιοσύνης ουδόλως ωφέλησεν. Διότι, το ποδόσφαιρο παίζεται κυρίως επί του χόρτου, ουχί μέσα στις τηλεφωνικές παρεμβάσεις του κάθε είδους ισχυρών του πλανήτη. Τοιουτοτρόπως, το Βέλγιον εφιλοδώρησεν με τεμάχια τέσσερα τας Η.Π.Α. και επεβλήθη η σχετική αθλητική δικαιοσύνη.

Η οποία αθλητική δικαιοσύνη, σύμφωνα τουλάχιστον με τις λιγότερο ισχυρές ομάδες, δεν είναι πάντα παρούσα καθώς υπάρχει ένα μόνιμο παράπονο συχνά με οργή εκφρασμένο για το τρόπο που σπρώχνονται διαιτητικά  οι ισχυρότερες ομάδες του τουρνουά. Σε ότι αφορά τις δηλώσεις πολιτικών ας σταθούμε στην ευρηματική άποψη του προέδρου της Βραζιλίας Λούα ντα Σίλβα, που κατά την διάρκεια συζήτησης με νεαρό αγόρι τον ρώτησε ποιος είναι καλός από την ομάδα.
Χωρίς δισταγμό το παιδί απάντησε:
Ο Νεϊμάρ».
Ο Νεϊμάρ δεν παίζει καν, φίλε. Ο Νεϊμάρ είναι ο πρώτος παίκτης στον κόσμο με τηλεργασία. Ένας παίκτης που εργάζεται από το σπίτι. Το είδα στο διαδίκτυο χθες. Θα πρέπει να φτιάξουν εθνική ομάδα με τεχνητή νοημοσύνη. Έντεκα Πελέ», αστειεύτηκε ο Λούλα.

Ο Λούλα θα θυμήθηκε την υποστήριξη του παίκτη στον μεγάλο πολιτικό αντίπαλο τον Ζαίρ Μπολσονάρου που πέρα από τις όποιες πολιτικές του θέσεις, είναι καταδικασμένος για απόπειρα πραξικοπήματος μετά την ήττα του το 2022.