| Emmanuel Carrere: ΚΟΛΧΟΖ - (Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026) |
|
|
|
|
Πάρα πολύ δύσκολο να μη κερδίσει τον αναγνώστη ο Ε. C. Δεν είναι μόνο το τόσο ξεχωριστό περιεχόμενο, ή η σπάνια ειλικρίνεια με την οποία ακουμπά πολύ προσωπικές στιγμές, ή ακόμα η καθαρόαιμη γραφή του. Είναι και η ευθύτητά του να εκφράσει γνώμες και απόψεις για θέματα που απασχολούν πολλούς. Τα εύσημα να δοθούν και στον μεταφραστή, που μετέφερε την ζωντάνια και το σφρίγος της γραφής στην Ελληνική. Σαν να πρόκειται για ένα οικογενειακό ημερολόγιο που ξεκινά από την εποχή που οι Μπολσεβίκοι επέβαλαν την εξουσία τους στη Ρωσία και φτάνει ως τις μέρες μας. Καταγράφει τα συμβάντα της ευρύτερης οικογένειας του, την εξορία, την αφομοίωση στην Γαλλία, την αξιοθαύμαστη κοινωνική, ακαδημαϊκή τροχιά πολλών συγγενών, την απώλεια άλλων σε ένα περιβάλλον γεμάτο από αναταράξεις και απίθανες εξελίξεις. Ο συγγραφέας καθώς διηγείται τα παιδικά του χρόνια, την ιστορία της οικογένειάς του, την τοποθετεί στις ευρύτερες ιστορικές εξελίξεις που επηρεάζουν πρακτικά ή συναισθηματικά τα μέλη της, γιατί μην λησμονούμε πως είναι εμιγκρέδες, ξεριζωμένοι από τον τόπο τους και διχασμένοι από το πριν και το τώρα που διαφεντεύει το μέλλον τους. Ταυτόχρονα, προχωρά σε επισημάνσεις που χαρακτηρίζουν τις εποχές, αποκαλύπτοντας και την ευρυμάθειά του.
Για πολλούς ήταν και παρέμεινε για πολλά χρόνια αν όχι για πάντα ένα ζωντανό σχίσμα, η μετάβαση της πατρίδας τους από τον τσαρικό καθεστώς στην Σοβιετία: «Σκέφτομαι ότι πολλές γυναίκες σαν την Μάσα πενηντάρες σήμερα, που γνώρισαν τον κομμουνισμό στα παιδικά τους χρόνια και που μες στην γιγαντιαία αναστάτωση του μετακομμουνισμού μπόρεσαν με την ευφυΐα τους, το ταλέντο τους, τη ενέργειά τους, να βρούν μια θέση στην καλή πλευρά της κοινωνίας, πολλές από αυτές τις γυναίκες, κρατάνε γερά το ένα πόδι στο λάθος στρατόπεδο, των χαμένων, των εγκλωβισμένων, των φουκαράδων του πάλαι ποτέ Κόμματος και της αιωνίας γκλουμπίνκα* που συχνά είναι οι γονείς τους.» (σ.284) Έτσι αφού περιγράφει την άνοιξη της Πράγας, καταλήγει: «Παρά ταύτα, το 1968, το να είσαι αντικομμουνιστής, ήταν δεξιό πράγμα». (σ.215) Για το τι είναι Δεξιά και Αριστερά μεταφέρει την άποψη της Φρανζουάζ Σαγκάν την οποία βρίσκει πολύ πετυχημένη: «Η Δεξιά λέει πως υπάρχει αδικία και είναι αναπόφευκτο, ενώ η Αριστερά διακηρύσσει ότι υπάρχει αδικία και είναι ανυπόφορο». (σ.241). Κοιτάζει προς όλες τις κατευθύνσεις. Ανακαλύπτει, στο ιστολόγιο εξόριστου Ρώσου ιστορικού την φράση: «Η Ρωσία ήθελε να είναι η Τρίτη Ρώμη έγινε το τέταρτο Ράιχ». Περιγράφει με απλότητα και ακρίβεια την κατάσταση που επικρατούσε στην Γεωργία, όπου πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι η εξαδέλφη του, η οποία εγκατέλειψε την θέση της πρέσβειρας της Γαλλίας στην Γεωργία, προκειμένου να βοηθήσει την πατρίδα της, πράγμα μάλλον ακατόρθωτο όμως καθώς, ο πρωθυπουργός και βασικός συντελεστής του πολιτεύματος είναι ένας ολιγάρχης που έχει εγκαθιδρύσει ένα σύστημα εξουσίας και τον απασχολούν άλλα θέματα. Επισκέπτεται για λίγες μέρες την πρώτη γραμμή του μετώπου στην Χερσώνα, κινδυνεύει από τα διασταυρούμενα πυρά και παίρνει θέση: «Σε μια σύγκρουση, τα κρίματα είναι μοιρασμένα. Ε λοιπόν όχι. Σε αυτήν εδώ την σύγκρουση, τα πράγματα είναι εντελώς απλά, τα κρίματα δεν είναι επ’ ουδενί μοιρασμένα». (σ.355) Περιγράφει πολύ έντονα τη σχέση της Αικατερίνης της Μεγάλης με τον πρίγκιπα Ποτέμκιν, αυτόν που: «Η φύση πλάθοντάς τον χρησιμοποίησε υλικά που συνήθως χρησιμοποιεί για εκατό άνδρες». (σ.363). Στο τέλος επανέρχεται στο σημείο από όπου είχε εκκινήσει. Στον θάνατο της μητέρας του, όχι όμως από την επίσημη σκοπιά των εκδηλώσεων που έτυχε ως επίτιμο μέλος της Γαλλικής κοινωνίας, αλλά από την οικογενειακή ματιά όπου ξεδιπλώνει την σπαραξικάρδια αφήγηση των τελευταίων ημερών της ζωής της, την δύσκολη σχέση, μετά από κάποιο χρονικό σημείο, με τον σύζυγό της και πατέρα του, τις θαρραλέες αποφάσεις που έλαβε και εφάρμοσε, η γεμάτη έντονη δραστηριότητα τολμηρή αυτή γυναίκα. O κύκλος των λεπτών παρατηρήσεων θα συνεχιστεί στην σ.395, όπου παραθέτει το ερώτημα του Μαλρώ προς έναν ιερέα ο οποίος μετά από μισό αιώνα δραστηριότητας είχε ακούσει χιλιάδες εξομολογήσεις ανθρώπων λίγο πριν εγκαταλείψουν τα εγκόσμια: «Δύο πράγματα. Οι άνθρωποι είναι πολύ περισσότερο δυστυχισμένοι από ότι νομίζουμε και δεν υπάρχουν μεγάλες προσωπικότητες». * γλουμπίνκα (лубинка) "ενδοχώρα", "βαθιά επαρχία"
|




