p.s.25 Επωλήθη – (Κυριακή του Πάσχα – 12 Απριλίου 2026) PDF Print E-mail

Δώδεκα χιλιάδες τριακόσια τετραγωνικά μέτρα απλωμένα, λίγο άναρχα, πάνω σε ένα μεγάλο κομμάτι γης, παρέμεναν αναξιοποίητα και στενάχωρα παρατημένα από το καλοκαίρι του 2017. Είχα συνδεθεί συναισθηματικά με το χώρο, αν και πέρασα μόλις εννέα χρόνια εκεί ως απασχολούμενος. Τα τρία πρώτα με αρκετές καλές στιγμές ως χομπίστας καλλιτέχνης. Τα επόμενα έξι εξ ανάγκης με πολύ λίγες μεν, αλλά πολύ καλές στιγμές δε και με σταθερή την καλλιτεχνική ιδιότητα. ΄Αλλο θέμα ότι δεν γινόταν αποδεκτή, αν όχι ούτε καν αντιληπτή ευρύτερα.

Και όλο το χρονικό διάστημα, από το καλοκαίρι του 2017 ως τις μέρες μας με ενοχλούσε που ήταν βουβό, χωρίς ζωή.

Ιδού λοιπόν η είδηση, από την τελευταία σελίδα του φύλλου της 8ης Απριλίου της εφημερίδας «Οικονομική Καθημερινή», που σηματοδοτεί και το τέλος του τέλους.

Ο «Πήγασος»  που υπήρξε για μένα μια ακόμα επίπονη επανάληψη του να ψάχνεις κάτι, που δεν υπήρχε. Επέπρωτο να είναι και η τελευταία. Καιρός ήταν, έστω και πολύ καθυστερημένα, στα 60 δηλαδή, να απομακρυνθώ από τη βάσανο των ανεμόμυλων. Ήταν σαν να μου εξέδωσε, επιτέλους, το διαβατήριο της εξόδου από τη αυτοκρατορία της αφέλειας. Το χάρηκα και δεν το χάρηκα. Σαν χαρμολύπη.

Το τμήμα της καλλιτεχνικής μου φύσεως έλκεται ιδιαιτέρως από τα φαινόμενα παρακμής. Ως εκ τούτου η κατάρρευση του «Πήγασου» αποτέλεσε  μετά βεβαιότητας πολύ πιο ενδιαφέρουσα περίπτωση από τους χρόνους της ευρύτερης ρηχής ευδαιμονίας. Αναφέρομαι πρωτίστως στο κομμάτι που άσκησα τις όποιες καλλιτεχνικές μου τάσεις, τουτέστιν βζουμ Ρενώ, βζουμ Πεζώ. Τα αουτομόμπιλε γενικώς και ουχί αορίστως δηλαδή.

Απίθανος χώρος από την δεκαετία του εβδομήντα και μετά να εργαστείς, να οραματιστείς και να την ψωνίσεις με οποιαδήποτε έννοια και με οποιαδήποτε ιδιότητα. Είτε ως γραφιάς που μεταβλήθηκε σε επιχειρηματία με εισηγμένη στο Χ.Α.Α. εταιρεία, είτε ως δακτυλογράφος που την είδες Leonard John Kensell Setright, είτε ως αλεξιπτωτιστής που φώλιασες το κοντέινερ στα δάση της Βαρυμπόμπης και αργείς συστηματικά στα ραντεβού, είτε σαν μπάρμαν που χρέωνες τις κάσες στο άλλο μαγαζί, είτε ως θαρραλέος σωφέρ πολυτελείας, κοινώς ραλίστας, που κακοποιούσες υφισταμένους και ελληνική γλώσσα, είτε διότι χρησιμοποιούσες τη γλώσσα για άλλους σκοπούς της ομιλίας εξαιρουμένης, είτε διότι την άκουσες με τα ταξίδια, είτε διότι δεν ήσουν σε ένα μόνο μισθολόγιο, είτε διότι δεν ήσουν παρά ένας εξελάνθρωπος που σε καθάρισαν τα δεύτερα, είτε ως καλλιτέχνης βεβαίως, βεβαίως. Και τελειωμό δεν έχει, θα μπορούσα να φωτογραφίζω καταστάσεις και προσώπατα μέχρι τα Χριστούγεννα.

Σε αυτές τις συνθήκες μας πλάκωσαν τα μνημόνια, τα μεσοπρόθεσμα, φρακάρισαν τα σύμπαντα, ήρθε ο γλυκύς χρόνος της πικρής παρακμής και η ώρα της δοκιμασίας. Άλλοι χάθηκαν, άλλοι πουλήθηκαν, αυτό δεν ήταν κάτι πρωτόγνωρο ασφαλώς, άλλοι προσαρμόστηκαν, άλλοι αποκαλύφτηκαν και άλλοι έκλεισαν. Απαιτήθηκε αρκετή αισιοδοξία και ολίγη παράνοια ως εφόδια επιβίωσης, ιδιαίτερα όταν άρχισαν τα καθυστέρια εις την καταβολή των μισθών του προσωπικού, αι απεργιακαί κινητοποιήσεις, τα «έχω την ομάδα μου» των σορτ διευθυντάδων.

Αααχ αυτή η διευθυντική καρέκλα τι τέρατα γεννά, και ας μην φτάνουν τα ποδάρια του καθήμενου στο πάτωμα. Το πρόσεξε ο Ζανώ από το παρακείμενο «Έθνος» την επόμενη μέρα της ανάθεσης του δακτυλιδιού καθώς ο έτσι παράγγειλε να του φέρουν τον καφέ στο γραφείο. Τέρμα τα πήγαινε έλα εις το κυλικείον με το αφέψημα ανά χείρας εις τα κλιμακοστάσια.

Τέλος πάντων παρά όλα αυτά, είχα μια σύνδεση, όπως προείπαμε με το χώρο. Ισχυρή θα έλεγα ειδικά όταν ήταν άδειο. Με τους δαιδαλώδεις διαδρόμους του κτιρίου, τις ήσυχες αίθουσες, το προαύλιο και το χώρο στάθμευσης που κάτι αξημέρωτα πρωινά, κάτι Κυριακάτικα απογεύματα ζωγράφιζα με ακρίβεια στην άσφαλτο κύκλους και οκτάρια από τον καμβά των επίσωτρων, σχεδόν, αληθινών αουτομόμπιλε.

Κάτι σαν σύγχρονη και μετά βεβαιότητας, όχι ανεξίτηλη Τέχνη.


Τα παρασκήνια, η όχι λαμπερή πλευρά του κτιρίου έκρυβαν ενίοτε θησαυρούς και απίθανους μηχανισμούς απελευθέρωσης. Ήταν οι πολύ λίγες, πολύ καλές στιγμές. Το δόλωμα!

 

Γοητεία και στο αφανές, ωσαύτως και αχανές, αν και όχι ορατό στους πολλούς των ορόφων, βασίλειο των εργατών, τεχνιτών, χειρωνάκτων. Και στους ορόφους υπήρχον χειρώνακτες αλλά με άλλες ειδικότητες. Αλλά στα υπόγεια χτυπούσαν άλλες ψυχές, με επικεφαλής τον Ιωάννη, πρωτομάστορα και πρωτοχειριστή του κλαρκ, μαέστρο όλων των ειδικοτήτων και επικεφαλής της ομάδας που εξέτρεφε τα γίδια σε παρακείμενο περιφραγμένο χώρο. Το κάθε ζωντανό  αποκτούσε το όνομά του και εγγραφόταν στο χρωματιστό, ιδιόχειρο μητρώο γεννήσεων που κρατούσε με ευλάβεια η ομάδα.


Ο κυρίαρχος των παρασκηνίων, Ιωάννης.

Στο φόντο διακρίνεται η ανισόπεδη της δουκίσσης Πλακεντίας και σε πρώτο πλάνο τα οικόσιτα θηλαστικά που εξέτρεφαν με επιμέλεια οι καλλιτέχνες των παρασκηνίων. Στην Ελλάδα των μνημονίων που άντεχε, που κράταγε.


Και όσο παρήκμαζε το πράμα, τόσο δενόμουν. Μέχρι που το καλοκαίρι του ’17 έσβησε. Οδυνηρό για την οικογένεια που το δημιούργησε, πιο οδυνηρό για τους εργαζόμενους που δεν είχαν και κάτι στην άκρη για να επιβιώσουν τη ζοφερή περίοδο των μνημονίων.

Περνούσα έκτοτε και το αντίκριζα με όλη τη γοητεία που έχουν τα παρατημένα κτίρια. Υπολόγιζα τι ΕΝΦΙΑ να πληρώνει, έβλεπα να φυτρώνουν αγριάδες πάνω στην άσφαλτο, τα κηπάρια απότηγα, ατημέλητα και μου θύμιζε την σπουδαία ομορφιά της παρακμής άλλων περιπτώσεων. Όπως π.χ. τα βασιλικά κτήματα μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’90, τότε που οι επισκέπτες ήταν λίγοι, τα μονοπάτια λιγότερα και ποτέ σκαμμένα από τις περιττές αγριάδες των αναβατών των δικύκλων.

Στο μεσοδιάστημα ανάμεσα στο κλείσιμο και την πώληση. Φθινόπωρο του 2021. Κάποτε αυτός ο δρόμος, η Μπενάκη, κατακλυζόταν από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Και πριν από εκείνο το κάποτε, ήταν χωματόδρομος.


Και τώρα τα Βασιλικά, ή ότι έχουν περισσέψει από αυτά μετά τις πυρκαγιές και τα γκράντε μνημόσυνα των αλλοδαπών απογόνων, των αλλοδαπών βασιλέων θα τα τυλίξουν σε ένα φανταχτερό αμπαλάζ, ώστε παραφράζοντας λίγο τον ποιητή, «Τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες και το καινούργιο πάν να δουν μουσείο.». Και τι θέλει να εκφράσει σε αυτό το σημείο ο καλλιτέχνης; Ότι μερικές φορές η αξιοποίηση είναι πιο ρηχή από την εγκατάλειψη.

Και τώρα στον πρώην «Πήγασο», θα στεγαστούν οι δραστηριότητες του Ερευνητικού Κέντρου «Αθηνά», που πλειοδότησε στον διαγωνισμό του ΤΑΙΠΕΔ με 18,95 εκ. €. Με Ινστιτούτα Επεξεργασίας του Λόγου, Βιομηχανικών συστημάτων, Πληροφορικών συστημάτων, Ρομποτικής, αλλά και με μονάδες Διαστημικών προγραμμάτων, Περιβαλλοντικών και Δικτυακών Τεχνολογιών, Φαρμακοπληροφορικής, Αειφόρου Ανάπτυξης. Εικοστός πρώτος αιών γαρ και γιατί όχι σημείωση στο κεφάλαιο: «Αχ Ευρώπη εσύ μας μάρανες».

Αν και δεν φαντάζομαι εύκολα, τι άλλο μπορεί να υπάρξει που θα δώσει συνέχεια στην ενότητα «Πήγασος», του εν λόγω ιστότοπου δυσκολεύομαι να την κλείσω. Τούτο, διότι κάτι μπορεί να πάψει να είναι άγνωστο και θα δώσει μια ευκαιρία όμορφης επανόδου.

Διά το τέλος δυο φωτογραφικά υστερόγραφα.


1. Σε εκείνα τα εννέα χρόνια που πέρασα στο κτίριο ζήτημα είναι αν χρησιμοποίησα τον ανελκυστήρα 5 - 6 φορές. Η μια ήταν ξεχωριστή. Διότι ανεβήκαμε στον δεύτερο με τον ιδρυτή. Ευγενής στο έπακρο και κυριαρχικός όσο χρειαζόταν με το γαλάζιο του βλέμμα, ήταν η εμπειρία από τις τρείς λέξεις και τις δυο ματιές που ανταλλάξαμε. Χρόνια αργότερα, θα κατεβαίναμε χωριστά. Στην εικόνα η παλιά Merc με την οποία κυκλοφορούσε και το ερυθρόλευκο XR μου.

 


2. Φεβρουάριος του 2017. Τσικνοπέμπτη. Η διοίκηση διοργάνωσε μικράν τελετήν με σφάγια και ψήστη καλλιτέχνη την οποία ετίμησαν οι εργαζόμενοι. Δεν θυμόμουν άλλη παρόμοια εκδήλωση τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. Τέσσερις μήνες αργότερα έπεσαν οι τίτλοι τέλους.


...καλό Πάσχα και καλύτερη απελευθέρωση από κάθε είδους δεσμά.