ε ! αυτό και αν ήταν πίστη – (Μ. Παρασκευή 10 Απριλίου 2026) PDF Print E-mail

Οι κατανυκτικές μνήμες που έχω από τούτη την ημέρα είναι λίγες και διάσπαρτες μέσα στο παρελθόν. Ο ουράνιος θόλος να καλύπτεται από ένα ενιαίο πανομοιότυπο σε όλο του το εύρος σύστημα νέφους, μια άπνοια που οδηγούσε όσους καπνούς υπήρχαν κατακόρυφα προς τα πάνω και μια ησυχία πάνδημη που διέκοπτε μόνον ο λυπητερός, επαναλαμβανόμενος ήχος της καμπάνας. Αυτά ως ενήλικας και με αρκετά κατασταλαγμένες απόψεις.


Ως παιδί, η Μεγάλη εβδομάδα ήταν περίεργη και όλα συναινούσαν σε ένα βαρύ κλίμα που μου ήταν δύσκολο αλλά κυρίως δυσνόητο. Πριν τα δέκα μου, συνέβη το δυστύχημα της 21ης και το πράγμα περιεπλάκη έτι περαιτέρω.

Διότι χαρούμενος καθώς ήμουν, μέσα στις βαθιές άγνοιές μου, και στην ευχάριστη παιδική αφέλεια, βυθισμένος στον θαυμασμό των μαυρόασπρων  τηλεοπτικών εικόνων, ερχόταν η Μεγάλη εβδομάδα και άλλαζε η καθημερινότητα. Από την μια η απαλλαγή από τις σχολικές υποχρεώσεις, γεγονός όμορφο οπωσδήποτε, από την άλλη από εκεί που έβλεπα  τον Βικ Μόροου να κραυγάζει: «Ντοοόκ δε μόρφιν» πάνω από έναν συμπολεμιστή του στην διαβόητη σειρά «Κόμπατ» που εξήρε τους καλούς Αμερικανούς, απέναντι στους «κακούς Γερμανοί», άκουγα τα τροπάρια της Κασιανής, την ζωή εν τάφω σε μια γλώσσα που δεν κατανοούσα.

Ήταν μια σύγκρουση. Από την μια η παράδοση μαζί με το βίαιο κιτς του καθεστώτος και από την άλλη ο Αμερικανοποίηση που ερχόταν με γλύκα και δυναμισμό. Και πάλι καλά δηλαδή διότι οι προηγούμενες γενιές στον μεσοπόλεμο είχαν μεγαλώσει με Άλκιμους, που επανέφεραν οι συνταγματάρχαι, με Ε.Ο.Ν. και δεν συμμαζεύεται.

Εκεί λοιπόν που ήμεθα γλυκά αποβλακωμένοι με «λόουν ρέιτζερ», «Μπονάντσα» «Σταρ Τρεκ», γιασάν ρε κάπτεν Κέρκ, και ασφαλώς με «άγνωστο πόλεμο», ερχόταν η Μεγάλη Εβδομάς και μας έκοβαν τις δόσεις, μαχαίρι. Αργότερα προσετέθησαν βεβαίως και άλλα προϊόντα σε όβερντόουζ συνθήκες. Δεν είναι τυχαίο που γράφτηκε στους τοίχους: «Τόση μπάλα ούτε στη χούντα δεν βλέπαμε».

Για να κλείσουμε όμως όπως ξεκινήσαμε, κατανυκτικά, ας αναφερθεί και η εικόνα που έχω κρατήσει από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60, όταν ο επιτάφιος περνούσε έξω από την κατοικία μας. Σε μια απόλυτη σιγή με τα κεριά να ανεβοκατεβαίνουν στον παλμό των βημάτων των πιστών και να μην ακούγεται ούτε ο βηματισμός τους πάνω στον χωμάτινο, ακόμα, δρόμο. Αν προστεθεί και η μυρουδιά από τις διάσπαρτες ανθισμένες νεραντζιές, ε ! αυτό και αν ήταν πίστη.