Θα τα λέμε! Έτσι; - (Κυριακή 22 Μαρτίου 2026) PDF Print E-mail

Η σχωρεμένη Μάνα μου, αν και δεν είχε οτιδήποτε που θα έπρεπε να της συγχωρεθεί, στο τελευταίο καλοκαίρι της ζωής  της, που ήταν  το πρώτο της πανδημίας, και με βεβαιότητα το χειρότερο όλων των 84 που προηγήθηκαν, ήταν καταβεβλημένη. Τα γεράματα, για τα οποία ας τολμήσω να καταθέσω ότι είναι η πλέον ανίατη από όλες τις ασθένειες, είχαν χτυπήσει γερά την πόρτα της. Ότι επίσης είχε προηγηθεί από τον Μάρτιο με την πρωτόγνωρη εμπειρία της απομόνωσης στο πρώτο lock down (καραντίνα στα Ελληνικά που και αυτή είναι δάνειο από την Ιταλική) την είχε καταβάλει έτι περαιτέρω. Τέλος δεν μπορούσε να ξεφύγει από το ανελέητο σφυροκόπημα της τηλεόρασης. Όλα τούτα είχαν πέσει πολύ βαριά.


Έτσι όταν κατεβήκαμε πρώτη φορά στο εξοχικό, για να παραθερίσει (καταλαβαίνω την παλαιότητα των λέξεων, αλλά αυτό είναι το νόημα), πήγαμε να ψωνίσουμε τα χρειώδη από ένα πρόσφατα ανακαινισθέν Mini Μarket (δεν χωνεύω την νεωτερικότητα των λέξεων, αλλά …) ψωνίσαμε και όταν πληρώσαμε, γυρνά στην νεαρά κοπέλα του ταμείου αφού είχε στήσει μια κουβεντούλα (λέγεται και small talk πάρ΄ημίν) και της λέει: «Θα τα λέμε! Έτσι;». Τότε εκείνες οι λέξεις με έφεραν ανάμεσα στον εκνευρισμό και την στεναχώρια. Σήμερα μου σπαράζουν την ψυχή. Γιατί;

Διότι με αυτές τις τέσσερις λέξεις είχε αποκαλύψει όλη τη βάσανο της προχωρημένης ηλικίας, την απομόνωση, τις αγωνίες και τις ασήκωτα απαισιόδοξες σκέψεις για το επικείμενο τέλος. Με μια λέξη: Την μοναξιά. Θα έλεγα μάλιστα ότι σε μεγάλο βαθμό, μόνη της την είχε επιλέξει. Πιθανότατα διότι όταν συναναστρεφόταν είτε νεότερες είτε παλαιότερες γνωριμίες της, ένιωθε ακόμα πιο μόνη.

Δεν ξέρω κατά πόσο τα έλεγαν με την νεαρά ταμία, φαντάζομαι κάτι θα είπαν όταν υπήρχε η πολυτέλεια του χρόνου από την υπάλληλο, αν και μερικές φορές αυτές οι ασύμβατες μη επαφές μπορούν να γίνουν τραυματικές για τον ηλικιωμένο.

Τέλος πάντων, η μήτηρ εξεμέτρησε το ζην εξήντα τρία χρόνια και μια μέρα μετά από το ξημέρωμα που με έφερε στη ζωή, και τα σημειώνω όλα τούτα το πολύ πρωί μια συννεφιασμένης, κρύας, βροχερής Κυριακής με την υποψία ότι πάρα πολλοί νέοι, παρά την αμεσότητα της επικοινωνίας με τα γνωστά μέσα κοινωνικής δικτύωσης (γνωστά ως σόσαλ) παρά τις εκατοντάδες εφαρμογές (αναφέρονται ως απλικέσα), είναι πολύ πιο μόνοι από την μητέρα μου στα τελευταία της. Και αυτό είναι πελώριο πρόβλημα.

Μακάρι η υποψία μου να είναι εσφαλμένη.