Ο μάστορας & άλλες δίτροχες ιστορίες – (Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2026) PDF Print E-mail

Έξι μήνες πριν συμπληρωθεί ένα τέταρτο του αιώνα συμβίωσής μου με το CBR , στο κατώφλι των 100.000 χλμ., έπρεπε να πάει για ένα συμμάζεμα. Κάτι σε αλλαγή ελαίων και αντικατάσταση εμπρόσθιων τακακίων, τα είχα εξυπηρετήσει μοναχός το παρελθόν θέρος, στο πλαίσιο της απαραίτητης επικοινωνίας που οφείλει να έχει ένα έμψυχο ον με ένα έντροχο (κατά το έντεχνο) αντικείμενο.


Τώρα όμως, το "γρανάζια μπρος – πίσω και αλυσίδα", πήγαινε αλλού, οπότε, Μιχαλακοπούλου και: «γιατί χάθηκες; τσακωθήκαμε και δεν το ξέρω;» ερώτησε ο μάστορας. Έδωσα τις δέουσες εξηγήσεις, συνεννοηθήκαμε σε όλο το εύρος των απαντήσεων. Τις επόμενες στιγμές τον κοιτούσα και σκεφτόμουν την αδιατάραχτη, από τα 79 του χρόνια, ζωτικότητα που τον διακατέχει να στέκεται όρθιος επί ώρες, να σηκώνει, να ασφαλίζει τα δίτροχα στο αναβατόριο να τα επισκευάζει, συντηρεί. Όλα τούτα όχι από οικονομική ανάγκη, αλλά από μια ακατάσχετη πίστη στον δίτροχο κόσμο.

Λίγο αργότερα: «Έχεις κάποιο μηχανάκι, που δεν θες, να φύγω και αν δεν τελειώσεις σήμερα να το φέρω αύριο;» και κάπως έτσι βρέθηκα πάνω σε ένα λευκό σκούτερ που ανέτρεψε τις περισσότερες ρουτίνες της δίτροχης καθημερινότητας. Για το πώς έρχεται στη ζωή, πως κλειδώνει ή ανεφοδιάζεται, ότι η αριστερή μανέτα δεν διαχειρίζεται τον συμπλέκτη, ότι οι πατούσες σου δεν ακουμπάνε σε μαρσπιέ και όταν σου σβήνει στο φανάρι δεν είναι επειδή «χάλασε», αλλά διότι και stop/go σύστημα, διαθέτωμεν.

Άλλη προσέγγιση, εξυπηρετεί άλλες ανάγκες, ναι είναι λειτουργικό, είναι βολικό για τις μάχες εκ του συστάδην σε αστικό περιβάλλον, ναι είναι εύχρηστο, ναι έχει αποθηκευτικούς χώρους, ναι μπορείς να οδηγείς και να καπνίζεις, να τρως, να κοιτάς το κινητό και όποια άλλη παραβατικότητα σχεδόν επιβάλει ο ρυθμός της καθημερινότητας, αλλά μοτοσυκλέτα δεν είναι.

Επί πλέον η εικόνα μπορεί να χειροτερέψει στα μεγαλυτέρου μεγέθους σκούτερ που είναι ογκώδη. Ο όγκος ήταν πάντα ο νούμερο ένα εχθρός της ομορφιάς, ας σκεφτούμε ογκώδη αυτοκίνητα, ογκώδη πλεούμενα, ογκώδη οικήματα κλπ, εκ των πραγμάτων όχι όμορφα για να τεθεί ευγενικά, ενώ όσοι τοποθετούν κάποιο έξτρα τελικό ηχορυπαίνουν απελπιστικά καθώς με το πατινάρισμα της αυτόματης μετάδοσης, θορυβούν χωρίς να μετακινούνται άμεσα.

Το θέμα του θορύβου απασχολεί τα μάλα και ειλικρινά δεν αντιλαμβάνομαι γιατί κάποιος δικυκλιστής πρέπει να καταβάλει μια μικρή περιουσία για κάποιο τελικό, να αναστατώνει το σύμπαν, να δημιουργεί ένα ευρύτερο και δικαιολογημένο αρνητικό κλίμα και επί της ουσίας να μην είμαστε καθόλου σίγουροι ότι καταλαβαίνει ή χρειάζεται την όποια έξτρα απόδοση. Το φαινόμενο αποκτά ανησυχητικές διαστάσεις όταν πολλοί ελευθεροεξατμιούχοι βγαίνουν ομαδόν για σεργιάνι οι οποίοι επιπροσθέτως, δεν περνούν με τέταρτη και ας πούμε με 4000 στρ./λεπτ. αλλά με δεύτερη και πολλαπλάσιες στροφές οπότε η υψηλή στάθμη θορύβου καρφώνεται στα αυτιά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Διαστροφή;

Τέλος πάντων καθώς το HS 125 (τυχαίο το Η[onda] S[oichiro];) διανυκτέρευσε παρ’ ημίν, αν και διέκοψα την ανάπαυσή του πριν το ξημέρωμα, καθώς συνεργαστήκαμε για ένα 24ωρο, καλύψαμε καμιά 50ριά χιλιόμετρα και αποκτήσαμε έναν αμοιβαίο σεβασμό. Θα μπορούσα να αναφέρω ένα μόνο dessous. Μικρή διαδρομή πίσω ανάρτησης. Μου το διεμήνυσε η οσφυική μοίρα.


Μεσημεράκι το επέστρεψα, παρέλαβα την τετρακύλινδρη σύντροφο έριξα μια ματιά με θαυμασμό στον μάστορα για αυτό που συνεχίζει να κάνει τα τελευταία 60τόσα χρόνια και έβαλα την πρώτη πριν ακουμπήσω την μίζα ώστε να μην ακούσω το πιθανά ενοχλητικό γκρακ της εμπλοκής, ενώ το μοτέρ λειτουργεί.

Για να προστατέψω κάποιον δυνητικά κακεντρεχή που θα θέσει το ερώτημα: «Μα καλά, 25 χρόνια και μόλις 100.000 χλμ;» απαντώ ότι στις αυλές των σπιτιών που κατοικήσαμε, υπήρχαν πάντα τουλάχιστον δυο μηχανάκια, για να μην αναφερθούν και οι δεκάδες περιστασιακές σχέσεις με εξωκοινοβουλευτικά δίτροχα. Πλατωνικές, για εκείνους που θα έθεταν θέματα πίστης κλπ.