| Ίμια. Τριάντα χρόνια αργότερα - (Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026) |
|
|
|
|
Η προτελευταία φορά που άναψε η τηλεόραση σπίτι, εκτός από στοχευμένες ταινίες και ντοκυμαντέρ, ήταν τον Ιούλιο του 2015. Ναι, για τα αποτελέσματα του Δημοψηφίσματος. Η τελευταία ήταν προ εβδομάδος όταν, ανάμεσα από διαφημίσεις, προσηλωμένος παρακολούθησα το, σε δύο συνέχειες, αφιέρωμα του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΙ, για τα 30χρονα από τα γεγονότα των Ιμίων. Προκειμένου να φρεσκάρω καλύτερα την μνήμη ξεκοκάλισα και την αντίστοιχη ειδική έκδοση της εφημερίδος «Καθημερινή» της Κυριακής 25 Ιανουαρίου.
Σε τι συμπεράσματα λοιπόν, μπορεί να οδηγηθεί ένας ενήμερος πολίτης που τα έζησε ως ενήλικας και τα επανεξετάζει μετά από 30 χρόνια, πιο ώριμος, πιο ψύχραιμος; Ας ξεκινήσουμε με την πρόσληψη στην διεθνή σκηνή. Ο πρόεδρος Κλίντον ήταν δύσκολο να καταλάβει πως είναι δυνατόν δυο συμμαχικές, υπό τους θυρεούς του ΝΑΤΟ χώρες, να εμπλακούν σε πόλεμο για δυο βράχους εν μέσω πελάγους που τους δέρνουν τα στοιχεία της φύσης και κατοικούνται ενίοτε από κατσίκες. Αντιληπτό. Ο πρόεδρος από το Άρκανσο που τρία χρόνια αργότερα, κατά την επεισοδιακή επίσκεψη του στη χώρας μας, θα απολογείτο για την στάση της χώρας του κατά την περίοδο της επταετούς μας χούντας, δεν είχε ούτε την εμπειρία, πιθανότατα μήτε και την γνώση να νιώσει κάτι από το Σεπτέμβριο του ’22 στη Σμύρνη, από τον Σεπτέμβριο του '55 στην Πόλη, ή από το καλοκαίρι του ’74 στην Κύπρο. Οι πληγές στα μέρη μας, ήταν ανοικτές, αλλά και το λαϊκό αίσθημα εύκολα παρασυρόταν από εθνικιστικές φωνές. Μολοντούτο αν δεν πυροδοτήθηκε ούτε ένα όπλο εκείνη την νύχτα της 30ής προς την 31η Ιανουαρίου του 1996 πιστώθηκε στις Η.Π.Α. Διότι η Ευρώπη και ειδικά η Ιταλική προεδρία που θα μπορούσε να προσφέρει κάποια ανακούφιση με την δημοσιοποίηση και ερμηνεία της συνθήκης της Ρώμης για την διάθεση των Δωδεκανήσων, ήταν απούσα. Και αν η άποψη του υφ. Εξ. των Η.Π.Α. Ρ. Χόλμπρουκ, «Η Ευρώπη κοιμόταν» ακούγεται κάπως προσβλητική, δεν παύει να είναι ακριβής και αληθής. Εξ άλλου δεν την θυμόμαστε κάποτε μη κοιμωμένη στα διαρκή προβλήματα με τον εξ ανατολών γείτονά μας. Γίνεται επίσης σαφές ότι οι δυο χώρες την εποχή εκείνη βρίσκονταν σε μεταβατικό στάδιο και σε λεπτές ισορροπίες. Στην Άγκυρα η Τ. Τσιλέρ σε αμφισβήτηση και στην Αθήνα ένας μη αιρετός πρωθυπουργός ολίγων ημερών, διαδεχόταν μια ισχυρή φυσιογνωμία στο κόμμα και στην κυβέρνηση με τον οποία δεν είχε πολλά κοινά στοιχεία. Αν η Τουρκία ήθελε να εκμεταλλευτεί τη στιγμή και αν αυτό, θα ήταν η σανίδα σωτηρίας της πρωθυπουργού, ήταν η σωστή στιγμή. Υπό αυτό το πρίσμα η προσάραξη του «Φίγκεν Ακατ» την επομένη των Χριστουγέννων μπορεί να ήταν ναυτικό ατύχημα, όπως υποστηρίξε τόσο ο Κάρεϋ Κάβανο, διευθυντής για την Νότια Ευρώπη στο Αμερικάνικο Υπ. Εξ., όσο και γενικότερα η Αμερικάνικη πλευρά ή αν ήταν επί τούτου ενέργεια για τη δημιουργία γκρίζων ζωνών, και ευρύτερης αμφισβήτησης της ελληνικής επικράτειας, δεν το ξέρουμε και ίσως δεν θα μάθουμε ποτέ. Επικρατεί, σε μεγάλο βαθμό, η άποψη ότι η κρίση δημιουργήθηκε από το θερμόαιμο των πολιτών. Εν πρώτοις, από τον τότε Δήμαρχο Καλύμνου που ύψωσε την γαλανόλευκη στην μεγάλη Ίμια και ακολούθως από τους δημοσιογράφους της Μιλιέτ που αερομεταφερόμενοι, κατέβασαν την γαλανόλευκη και ύψωσαν την κόκκινη με το μισοφέγγαρο. Ο Δήμαρχος Δ. Διακομιχάλης που δέχτηκε σφοδρή κριτική, ρωτά: «Δηλαδή αν θελήσω να υψώσω την ελληνική σημαία σε ελληνικό έδαφος πρέπει να πάρω την άδεια του υπ. Εθνικής Αμύνης;» Όταν δε ο πρωθυπουργός μήνες μετά επισκέφτηκε την Κάλυμνο, και δοθείσης σχετικής αφορμής σύστησε αυτοσυγκράτηση στο θερμόαιμο των Καλύμνιων, ο Δήμαρχος με ολίγη αυθάδεια μεν, επί του θέματος δε, φέρεται απαντήσας ότι «κ. πρωθυπουργέ εδώ δεν είναι Κολωνάκι, εδώ είναι Κάλυμνος», Και η αλήθεια είναι ότι ο πολίτης της παραμεθορίου έχει άλλες προσλαμβάνουσες από αυτές του πολίτη του κέντρου. Να μην λησμονηθεί ότι στο νησί μοιράστηκαν χαρτιά επιστράτευσης τις μέρες της κρίσης. Το «υπέρ βωμών και εστιών» δεν ήταν τόσο μακρινό, εκεί και τότε. Μιλώντας για προσλαμβάνουσες φθάνουμε στο πολύ κρίσιμο θέμα της πρόσληψης και της αντίληψης των γεγονότων σε σχέση με τα εφόδια και τις εμπειρίες που ο καθένας έχει. Η αναφορά γίνεται, στους τρείς σημαντικότερους χειριστές της υπόθεσης από ελληνικής πλευράς. Στα βιογραφικά του πρωθυπουργού Κ. Σημίτη, του ΥΠ.ΕΞ. Θ. Πάγκαλου, του Υπ. Εθ.Αμ. Γ. Αρσένη δεν υπάρχει πληροφορία για το που και πότε υπηρέτησαν τη θητεία τους. Πέρα από τις εγκύκλιες σπουδές τους, Βαρβάκειο για τους υπουργούς, Πειραματικό για τον ΠΘ, την πορεία τους στα Πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού και την πλούσια πολιτική τους καριέρα, δεν αναφέρεται κάτι. Μια θητεία εφέδρου αλλά κανονική, όχι οδηγός σε ναύαρχο ή δουλειά γραφείου 08:00 με 15:00, βοηθά να εκτιμήσεις να καταλάβεις και να συνεννοηθείς καλύτερα με τους ένστολους. Διότι αυτό συνέβη. Η σχέση ανάμεσα σε ΠΘ και στον Α/ΓΕΕΘΑ Χρ. Λυμπέρη, φαίνεται ότι σκάλωσε από την πολύ αρχή. Ο ΠΘ εξερράγη, πράγμα σπανιότατο για αυτόν, όταν αντιλήφθηκε ότι, παρά τις ρητές εντολές του, Τούρκοι βατραχάνθρωποι κατέλαβαν την μικρή Ίμια και ο ναύαρχος έχει καταθέσει ότι ο ΠΘ δεν εννοούσε τι σημαίνει «κανόνες εμπλοκής» και όταν ξέσπασε η κρίση «έχασε τον εαυτό του». Ας προστεθεί εδώ ότι ο ΠΘ σύμφωνα με τις μαρτυρίες αρνήθηκε να δει και να ακούσει τον επί κεφαλής της ΕΥΠ ναύαρχο Βασιλακόπουλο που κόμιζε πληροφορία από την CIA. Η ασυνεννοησία έλαβε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις αφού ο ΠΘ είχε αποφασίσει να αποκλιμακώσει, πράγμα που δεν γνώριζε η στρατιωτική ηγεσία που κινείτο σε αντίθετη τροχιά. Η υπόθεση για την ελληνική πλευρά έλαβε τραγική εξέλιξη όταν χάθηκαν τρείς αξιωματικοί με εκείνο το σπαρακτικό emergency που κόπηκε στην μέση από το ελικόπτερο που συνετρίβη στο φουρτουνιασμένο πέλαγος, μετά την ένδειξη master caution που ανέφερε στην επικοινωνία του. Ένα ακόμα στοιχείο που χρίζει παρατήρησης είναι ο ολότελα διαφορετικός τρόπος σκέψης, έκφρασης και δράσης, ανάμεσα στους διπλωμάτες και τους στρατιωτικούς. Από την μια ο Δ. Νεζερίτης, πρέσβης στην Άγκυρα και ο Δημ. Καραϊτίδης διπλωματικός σύμβουλος του ΠΘ και από την άλλη ο Ι. Λούλης αντιπλοίαρχος και κυβερνήτης τότε της φρεγάτας «Ναβαρίνον» και ο ταξίαρχος Αθ. Νικολοδήμος διοικητής τότε της 80ης ΑΔΤΕΑ με έδρα την Κω. Η κρίση κορυφώθηκε την νύχτα της 30ης Ιανουαρίου όπου όλα συνέβησαν επί ξηρού ακμής. Οι δυο πλευρές ήταν πανέτοιμες, πάνοπλες και η ανάφλεξη πολύ κοντά, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την ευρύτερη κλιμάκωση αν ξεσπούσε η σύγκρουση, αλλά οι αυστηρές διαταγές που είχαν οι αντίπαλοι ήταν, ότι ανοίγουν πυρ μόνο αν βληθούν. Πάνω στην αρχή του «ήρξατο χειρών αδίκων» αυτό, με τη λογική του ότι αυτός που αμύνεται δεν έχει ευθύνη για την συμπλοκή. Στο τέλος κυριάρχησε η αυτοσυγκράτηση, οι πολίτες ένθεν και ένθεν θα πήραν βαθιές ανάσες ανακούφισης, καθώς εφαρμοζόταν το διαβόητο «no ships, no flags, no troops» και η προοπτική ένοπλης σύγκρουσης ολοένα και απομακρυνόταν. Πρέπει να ξένισε πολύ και πολλούς η ευχαριστία προς τον Αμερικανικό παράγοντα του Έλληνα πρωθυπουργού και μάλιστα στην κεντρική αίθουσα του κοινοβουλίου, αλλά αφενός ήταν όντως βοηθητική η στάση τους. Βοηθητική στο να μην ξεσπάσει σύγκρουση, όχι ότι μας δικαίωσαν που είναι δυο πολύ διαφορετικά πράγματα. Αφετέρου θα μας μείνει η απορία τι θα είχε συμβεί αν είχε ακολουθηθεί η άποψη Α ΓΕΘΑ ότι έχουμε το στρατιωτικό πλεονέκτημα και να τελειώνουμε με τις εκκρεμότητες που μας βασανίζουν τόσα χρόνια. Τι θα είχε συμβεί εκείνη την νύχτα αν από αέρα και θάλασσα εγκλωβίζαμε στόχους, πυροδοτούσαμε και ορμούσαμε όπως οι παππούδες μας στο Σαραντάπορο; Πόσοι λάκκοι θα άνοιγαν, πόσες μανάδες θα πήγαιναν στις κηδείες των παιδιών τους και τι κέρδη ή ζημίες θα είχαμε; Τι κόστος; Θα είχαμε λύσει το πρόβλημα για τα επόμενα πολλά χρόνια ή θα συναντούσαμε ακόμα πιο πιεστικές NAVTEX και ακραίες απειλές του τύπου «θα έρθουμε νύχτα»; Τριάντα έτη μετά, σε ένα ολότελα διαφορετικό διεθνές πλαίσιο με την Ευρώπη να συνεχίζει κοιμωμένη, τις Η.Π.Α. απούσες και ακροβατούσες αλλοπρόσαλλα όσο ποτέ στο παρελθόν, και το ΝΑΤΟ αδιάφορο ως συνήθως στα ελληνοτουρκικά, οφείλουμε να κοιτάμε πίσω ώστε να μην επαναλάβουμε τα σφάλματα και τις παραλήψεις του παρελθόντος, να μην θρηνούμε αξιωματικούς εν καιρώ ειρήνης. Αρκούν τα θύματα από τις σιδηροδρομικές ράγες, τα εργοστάσια, τα τροχαία και την απροκάλυπτη κοινωνική βία.
|




