Όχι όπως παλιά μεν, αλλά... - (Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026) PDF Print E-mail

Η κ. Ελένη αποχώρησε από τα εγκόσμια έχοντας αναλάβει την ευθύνη για το σφάλμα της να πουλήσει τον τίτλο στον Τάμπυ (1). Βεβαίως δεν επέδειξε την ίδια παρρησία ώστε να πράξει παρομοίως για τα όσα είχε γράψει, μακράν της χαρακτηριστικής της αστικής ευγένειας, για τον Γρηγόρη. (2) Προφανώς τα είχε λησμονήσει.

Αυτά, μαζί με άλλα, έδωσε την αφορμή στον επίσης σχωρεμένο Ρένο που με το δικό του εκφραστικό γνώρισμα την αποκαλούσε «Ελεϊνίτσα». Κλεισμένα κεφάλαια; Το πιο πιθανόν.

Από την άλλη όμως έρχεται, έτσι σαν φαινόμενο δημοσιογραφικού αταβισμού, μετά από 65 χρόνια και την τότε, τόσο λατρευτική, θέση της εφημερίδας αλλά και των υπολοίπων εντύπων του συγκροτήματος για την Μοναρχία γενικώς και για τον ελληνικό θρόνο ιδιαιτέρως. Η τρέχουσα θέση του ίδιου εντύπου, που μπορεί να άλλαξε τρείς ιδιοκτήτες αλλά παρέμεινε σχετικά κοντά, με αναφορά σε κάθε αφορμή, όρα γάμους, κηδείες, μνημόσυνα, βαφτίσια, των απογόνων με μια γλυκιά, νοσταλγική προσέγγιση.

Κάπως έτσι η παράδοσις του ιδρυτού Γ.Α.Β. συνεχίζεται (3), αν και είναι κατά το πρέπον προσεκτική και κατά το δέον προσαρμοσμένη  απέναντι στις συνθήκες και στους τρέχοντες θεσμούς. Δεν παρασύρεται δηλαδή στο μονοπάτι του θεατρικού θαυμασμού άλλων εντύπων, που ακροβατούν ανάμεσα στο στίλβωμα της πρώην λαμπρότητας  του θρόνου και την νυν λαϊκότητα των ανενημέρωτων αναγνωστών οπαδών τους.

Όχι όπως παλιά μεν, αλλά σαν να βγαίνει πρώτα η ψυχή και μετά το χούι.

(1) Είχε μαγευτεί από τις εγκαταστάσεις της Παλλήνης, πίστεψε τον «στρουμπουλό» όπως τον περιέγραψε, νέο και: «με εξαπάτησαν. Δικό μου λάθος!» Λάθος που το περιγράφει με δυο ακόμα λέξεις ως: «λαχείο ατυχίας».

(2) «Ήταν θύμα και άτυχος, και ασήμαντη προσωπικότης – ένας γιατρός που προχωρούσε σε πολλές απαγορευμένες εγχειρήσεις, ένας σύζυγος που ήταν χωρισμένος από τη γυναίκα του, ένας αντιστασιακός που εκμεταλλευόταν την πολιτική».

(3) Χαρακτηριστική η  άποψή του για τον Ελευθέριο Βενιζέλο: «σε πτύω τρίς κατά πρόσωπον, τέως αλήτη και νυν Πρωθυπουργέ».