Η Ρόδος του Κώστα Ι. – (Τρίτη 31 Ιουλίου 2018) PDF Print E-mail

Κυριακή 27 Ιουλίου 1969. Έξι μέρες νωρίτερα, η ανθρωπότητα είχε κάνει τα πρώτα της βήματα στο φυσικό της δορυφόρο. Τη Σελήνη. Επικρατεί μια ευρύτερη αισιοδοξία.

Στη Ρόδο πάντως, η αισιοδοξία ήταν κάτι μόνιμο, τους θερινούς τουλάχιστον μήνες. Εκείνη την Κυριακή διοργανώθηκε το σιρκουί στους δρόμους της πόλης, ανάμεσα στα μεσαιωνικά τείχη. Mόλις 21 χρόνια μετά την επίσημη τελετή ενσωμάτωσης με την Ελλάδα. Ας θυμηθούμε ότι ο πρώτος αγώνας ταχύτητας σε δρόμους πόλης, είχε επίσης διοργανωθεί εκεί, το καλοκαίρι του '58, με την ευκαιρία της επετείου των δέκα ετών της ένωσης, της Δωδεκανήσου με την Ελλάδα.

Ελάχιστες στιγμές πριν την εκκίνηση. Στην πρώτη γραμμή η 911 του Paul E. Vestey και η Vette του Τζώνυ. Μόνη στη δεύτερη η δυο – δυο του Γιώργου Ανέστη, ενώ ακολουθούν στην τρίτη, η Jag του Κώστα Ιωακειμίδη και η GTA του Γιάννη «Μαύρου» Μεϊμαρίδη.

Όλοι οι πρωταγωνιστές των ελληνικών αγώνων της εποχής βρίσκονται στο νησί και μαζί τους ένας αλλοδαπός. Eίναι ο Βρετανός Paul E. Vestey. Δε αποτελούσε κάποιο λαμπρό όνομα αλλά είχε πλούσιες παραστάσεις με οχήματα που ούτε στο όνειρό τους οδηγούσαν οι Έλληνες, όπως: Chevron Β8, Ford GT40, Ferrari 250 LM. Είχε αλωνίσει όλες της πίστες της Ευρώπης: Monza, Silverstone, Le Mans, Mugello, Zeltweg, Nurburgring. Στη Ρόδο μας έρχεται με μια ταπεινή, ασημένια, δεξιοτίμονη 911 και σκοράρει την pole.

Ο αλλοδαπός επισκέπτης μας, στην εκκίνηση έχασε το πλεονέκτημα της πρώτης θέσης από τον Τζώνυ και την θηριώδη επιτάχυνση της Vette, αλλά στον 3ο γύρο βρέθηκε επικεφαλής. Στον ίδιο γύρο όμως χάνει τη γερμανίδα του στην στροφή των τελωνείων. Τα ροδίτικα πεζοδρόμια δεν αποδεικνύονται ιδιαιτέρως φιλόφρονα. Αναγκάζεται να εγκαταλείψει.

Με το πέσιμο της σημαίας η Vette έχει ήδη πάρει κάποια μέτρα από την 911. Θα κρατηθεί επικεφαλής για τρείς γύρους.

Greek racing team, όχι μόνο δεν έκανε λάθος, αλλά δεν άφησε κανένα περιθώριο αντίδρασης στους αντιπάλους του. O Γιάννης «Μαύρος» Μεϊμαρίδης με τον Τζώνυ παρά το γεγονός ότι μονομάχησαν ανελέητα μεταξύ τους για περισσότερο από μια ώρα δεν κατάφεραν να τον πλησιάσουν Ο Γ. Ανέστης με τη 2002 σημείωσε ένα φοβερό ταχύτερο γύρο (2΄:01΄΄1), καλύτερο κατά 5,6 δεύτερα του νικητή της προηγούμενης χρονιάς, πίεσε την Jag επί 40΄, αλλά δεν απέφυγε το λάθος και τελικά βγαίνει, τουμπάρει και εγκαταλείπει. Έτσι, μετά από 90 λεπτά αγώνα ο Κ. Ιωακειμίδης τερματίζει νικητής.

Νέος στην ηλικία,  όμορφος στην όψη, κομψός στην εμφάνιση, ο Κώστας είχε πολλές επιτυχίες στο αντίθετο φύλο. Τα παραπάνω χαρακτηριστικά  δεν του έδιναν κάποιο επιπλέον προσόν στους αγώνες αυτοκινήτου. Παρ’ όλ’ αυτά, οδηγώντας με ψυχή και ταχύτητα τη δυνατή αλλά δύστροπη Jag θα δημιουργήσει την έκπληξη στη Ρόδο. Θα τερματίσει 3ος στη Φιλέρημο και θα κερδίσει πανηγυρικά στο σιρκουί, πραγματοποιώντας νέα επίδοση υψηλότερης μ.ω.τ.

 

Σαββάτο 26 Απριλίου 1969. Ο Κώστας Ιωακειμίδης, έχει μόλις τερματίσει την ανάβαση της Φιλερήμου, κατακτώντας την τρίτη θέση. Την επόμενη μέρα θα επικρατήσει στο δύσκολο και επικίνδυνο σιρκουί της πόλης.

 

Δικαίως το περιοδικό «Ωτο – Τουρίσμ», θα του αφιερώσει το εξώφυλλό του, στο τεύχος Αυγούστου.

 

Λίγες μόλις μέρες μετά τον αγώνα οι έγχρωμες τούτες διαφάνειες από το αρχείο των Φ.Φ./ Γ.Κ. μας βάζουν στο πνεύμα της φωτογράφισης για το εξώφυλλο του περιοδικού.

 

Μετά την επιστροφή του από το νησί όμως, θα πράξει την μεγαλύτερη κουταμάρα της ζωής του. Στην προφανή του επιθυμία για πιο κλειστές επαφές με την κοσμική Αθήνα, για κάποια πιο ανέμελη, γλυκιά ζωή κάνει το μοιραίο σφάλμα.

Δεν θα γίνει άμεσα αντιληπτό. Θα περάσει λίγος χρόνος, ώστε να φανούν οι σοβαρές επιπτώσεις. Την είδηση καλύπτει, ανάμεσα από άλλα έντυπα, το περιοδικό «ωτο τουρισμ» με ενυπόγραφο άρθρο, στο τεύχος του Ιανουαρίου του ’70, έξι μήνες μετά την αγωνιστική του αποθέωση.

 

Σε μια εποχή πιο συντηρητική, με έντονες τις αγκυλώσεις από το στρατιωτικό καθεστώς, με καθημερινή λογοκρισία, η κάθε είδους νομιμοφροσύνη ήταν κάτι σαν διαβατήριο στη δημόσια ζωή. Σε αυτό το πλαίσιο κινείται και το ύφος του ρεπορτάζ.

Τα πράγματα δεν είχαν έτσι ακριβώς, όπως περιγράφονται για τον Κ. Ιωακειμίδη που σε κάθε περίπτωση έζησε μια κάθε άλλο παρά συνηθισμένη ζωή.  Όχι ότι απετέλεσε το παράδειγμα προς μίμηση, όχι ότι ήταν ο Robin Ηood της εποχής του. Αλλά η ζηλευτή εξωτερική εμφάνιση, η σπάνια αρρενωπότητα, η άνεση να κινείται σε κάθε επίπεδο δεν ήταν αρεστά σε όλους. Αν προσθέσουμε μια δόση ζήλιας και λίγο από εκδικητικότητα, έχουμε όλη την εικόνα.

Πιθανόν νόμισε ότι του ανήκαν περισσότερα απ’ όσα μπορούσε να αποκτήσει. Έτσι πέρασε εύκολα τη λεπτή γραμμή που χωρίζει τη νομιμότητα από την παρανομία, πλην όμως ανήκε στον κύκλο εκείνων, που κατέβαλαν το τίμημα των πράξεων του.

Κατά την διάρκεια, της έκτισης της ποινής του, ένας δεσμοφύλακας πέρασε από το κατάστημα του Νίκου Ζουμπρούλη για να δώσει τα χαιρετίσματα του κρατούμενου. Ερώτησαν λοιπόν οι παριστάμενοι, ανάμεσα τους και ο Νίκος Χρυσικόπουλος, τι κάνει, πως περνά κλπ. Απάντησε ο φύλακας ότι είναι μια χαρά, έπλεξε το εγκώμιο του πόσο καλό παιδί είναι, ενώ επιπροσθέτως ανάφερε πως παίζει και ποδόσφαιρο.

«..με την σιδερένια που έχει την αλυσίδα;» ήταν το χιούμορ της αθηναϊκής παρέας.

Η καρώ σημαία έχει μόλις πέσει εκείνη την Κυριακή 17 Ιουλίου του ’69, μετά από 90’ αγώνα και ο νικητής δυσκολεύεται να βγεί από την Jag από το μαζεμένο πλήθος.


Ελάχιστες στιγμές αργότερα λούζεται από τον καμπανίτη του team manager  Στ. Χατζιμιχάλη και τον μηχανικό G. Ragusa.

 

Όταν μετά την αποφυλάκιση του βρέθηκε περαστικός με το σκάφος του στον Πόρο, στο σπίτι του Στέφανου Ζάννου, ο οικοδεσπότης τον γνώρισε σε μια παρέα ηλικιωμένων κυριών με βαριά επώνυμα της λεγόμενης και πολύ καλής κοινωνίας των Αθηνών. Από την ολιγόλεπτη παραμονή και συζήτηση, όλες καταγοητεύτηκαν και ευθύς μετά την αποχώρηση του, ζήτησαν περισσότερες πληροφορίες για τον ευγενικό νεαρό με τα μεγαλοπρεπή χαρακτηριστικά. Τις σπουδές του, την καταγωγή του, τα επαγγελματικά του. Τι να πει κι ο Στέφανος; Αοριστίες και γενικότητες, του τύπου «δραστηριοποιείται εις το εξωτερικόν».

Ήταν περίπτωση ο Κώστας, και σαφώς έζησε σε λάθος εποχή, ίσως σε λάθος χώρα, και σαφώς με λάθος τρόπο.  Αγωνιστικά μάλλον δεν ήταν κάτι το πραγματικά ξεχωριστό, αλλά η νίκη του το θέρος του ’69 στη Ρόδο ήταν πέρα για πέρα παλικαρίσια μέσα σε ένα δύσκολο και επικίνδυνο αγώνα με ένα δύστροπο όχημα. Θα μας μείνει η απορία τι θα μπορούσε να καταφέρει με περισσότερη αφοσίωση, αλλά δεν ήταν από τους τύπους που δεσμευόταν.

Όπως έζησε έτσι και έφυγε. Απρόσμενα και ολίγον μυστηριωδώς. Κοιτώντας πίσω σχεδόν μισό αιώνα από την λαμπρότερη στιγμή του στο ελληνικό μότορσπορ, με ιδιαίτερη νοσταλγία είναι η αλήθεια, ανακαλύπτουμε ακόμα μια φορά, την πολύ μικρή απόσταση ανάμεσα στην αποθέωση και την αποκαθήλωση. Με τους λειτουργούς του Τύπου να κατέχουν πρωτεύοντα ρόλο σε αυτό το παιχνίδι.

Το θέμα της καλοσύνης και της συγχώρεσης είναι κάπως άβολο βέβαια, ειδικά για όσους στέκονται κάπως ατσαλάκωτοι δίπλα την όποια νόμιμη τάξη, απόμακροι από περιστατικά και δικαιολογίες. Έτσι ήταν πάντα.