Κωνσταντίνος Ξ. Νίδερ - (Σαββάτο 29 Ιουλίου 2017) PDF Print E-mail

«Γνωστόν τυγχάνει ότι το αυτοκίνητον εισήχθη συστηματικώς το πρώτον εις το στράτευμα κατά την εκστρατείαν του 1913 χωρίς, εννοείται, να χρησιμοποιηθή εις μεγάλην κλίμακα και εις σοβαράς εργασἰας κατ΄ αυτήν», σημειώνει ο λοχαγός Μεταγωγικού Χρ. Νταλιάνης για την προ της μικρασιατικής εκστρατείας εποχή.

«Είκοσι αυτοκίνητα περίπου φορτηγά του λόχου πυροσβεστών διαφόρων τύπων, εχρησιμοποιήθησαν διά την μεταφοράν ελαχίστων τραυματιών και των συνδέσμων του Γενικού Στρατηγείου διά την μεταβίβασιν των διαταγών», συνεχίζει ο λοχαγός σε άρθρο του στη Γενική Στρατιωτική Επιθεώρηση το 1925. «Και ούτω είχον τα της υπηρεσίας των αυτοκινήτων μέχρι του 1917, καθ' ην συνεκροτήθησαν αι πρώται ευάριθμαι [sic] Μεταγωγικαί Μοίραι αυτοκινήτων εξ υλικού το οποίον επί μακρόν χρόνον είχε χρησιμοποιηθεί παρά των συμμάχων και εις ας ανετέθη εξ ολοκλήρου ο εφοδιασμός του εν Μακεδονία ευρισκομένου, 100 χιλιομέτρων και είτα άνω των 200 χιλιομέτρων», σημειώνει έτερος Λοχαγός Μεταγωγικού, ο Π.Ν. Βασιλάκης, επίσης το 1925, με την πείρα πια της Μικρασιατικής εμπλοκής.

«Τα τμήματα όμως ταύτα των αυτοκινήτων δεν εξυπηρέτησαν μόνον εις το στράτευμα εις το Μακεδονικόν Μέτωπον, αλλά και εις αυτήν ταύτην την υπερόριον εκστρατείαν, εις ην απεστάλησαν ομού μετά του εκστρατευτικού σώματος Ρωσίας, διασπαρέντα προς τον σκοπόν τούτον, άλλα μεν εις Οδησσόν, αλλά δε εις Νικολάιφ και Σεβαστούπολιν [...] κατορθώσαντα [...] να ανταποκριθούν πλήρως εις τον αντικειμενικόν σκοπόν των», διαπιστώνει ο λοχαγός Βασιλάκης.

 

«Το τμήμα δε αυτοκινήτων της Ταυρικής Χερσονήσου δεν έπαυσε διαρκώς κινούμενον, μεταφέρον άνδρας και πολεμοφόδια εις αυτάς ταύτας τας πρώτας γραμμάς του μαχόμενου στρατού κατά τας διεξαχθείσας επιχειρήσεις της 29 Μαρτίου 1919 μέχρι 7 Απριλίου, καθ’ ην η φιλήσυχος πόλις της Σεβαστουπόλεως συνεταράσσετο από επαναστατικόν αναβρασμόν και εις τας οδούς ταύτης διεσταυρούντο πυροβολισμοί και κρότοι χειροβομβίδων, ηκούοντο ανά πάσαν στιγμήν εν συνδυασμώ μετά λυσσώδους επιθέσεως των υπό τον Αταμάνον Γρηγόριεφ Μπολσεβικικών στρατευμάτων εφοδιασμένων από πάσης απόψεως», μας πληροφορεί ο καθ’ ύλην αρμόδιος λοχαγός.

 

Κατά την εκστρατεία στη Μεσημβρινή Ρωσία μετείχε το Α΄ Σ.Σ., το οποίο συνεργάστηκε στενά σε ό,τι αφορά στις ανάγκες μεταφορών και εφοδιασμού με τις γαλλικές δυνάμεις και διέθετε μία Μοίρα Αυτοκινήτων που αποτελείτο από 60 φορτηγά. Διοικητής του Α΄ Σ.Σ. ήταν ο στρατηγός Κωνσταντίνος Νίδερ (1865-1943), ο οποίος προηγουμένως είχε υπηρετήσει στο Μηχανικό, και προετοίμασε το Σώμα για την εκστρατεία στην Ουκρανία, και στη συνέχεια, ύστερα από την υποχώρηση από τα εδάφη της Ουκρανίας, ανέλαβε τη διοίκηση του ελληνικού στρατού κατοχής στη Μικρά Ασία μέχρι τις 25 Δεκεμβρίου 1919. Η όλη ελληνική εμπλοκή στην Ουκρανία διήρκεσε από το τέλος Δεκεμβρίου του 1918 (σχεδιασμός) μέχρι το τέλος Ιουνίου του επόμενου έτους, οπότε αποχώρησε και ο τελευταίος Ελληνας στρατιώτης.

Στο πλαίσιο της προετοιμασίας, επεβάλλετο «η μετατροπή τουλάχιστον των Μεταγωγικών Σωμάτων των μονάδων από ορεινών εις πεδινά, δι’ αντικαταστάσεως των φορτηγών κτηνών των κλιμακίων δι’ οχημάτων, εν δίτροχον αντί τριών φορτηγών κτηνών, και αυτοκινήτων», όπως σημειώνει ο στρατηγός Νίδερ στο σχετικό με την επέμβαση στην Ουκρανία ημερολόγιό του, που δημοσιεύθηκε το 1930. Πράγματι, το Α’ Σ.Σ. παρέλαβε μία πλήρη Μοίρα Μεταγωγικών Αυτοκινήτων από φορτηγά αυτοκίνητα, μέσω της «γαλλικής υπηρεσίας» στη Θεσσαλονίκη, ενώ συγκροτήθηκαν και συνεργεία επισκευής. Οι άνδρες έφυγαν για την Ουκρανία από τα λιμάνια του Σταυρού και των Ελευθερνών, τα κτήνη και τα αυτοκίνητα από τη Θεσσαλονίκη, όπου το 70 Σύνταγμα επιβιβάστηκε διαθέτων 75 οχήματα -«διά την επιδιόρθωσιν βεβλαμμένης οδού από Πραβίου [Ελευθερουπόλεως] μέχρι του λιμένος των Ελευθερνών ήρχισεν αμέσως σχετική εργασία», την οποία διεκπεραίωνε το 5/42 Σύνταγμα Ευζώνων υπό τη διοίκηση του Πλαστήρα. Ο σχεδιασμός πραγματοποιήθηκε επί χάρτου, η προετοιμασία ήταν ατελής, ενώ «η τόσον βραδεία, ακανόνιστος και άνευ στρατιωτικού ειρμού μεταφορά των ακμαίων ελληνικών δυνάμεων του Α’ Σ.Σ. είναι δυσεξήγητος», σύμφωνα με έκδοση της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού για το Ελληνικόν εκστρατευτικόν σώμα εις Μεσημβρινήν Ρωσίαν.

Είναι χαρακτηριστικό για τη βραδύτητα στη μετακίνηση των ελληνικών δυνάμεων ότι η Ι’ Μεραρχία, η μία από τις τρεις από τις οποίες συναπαρτίζονταν το Α΄ Σ.Σ., δεν πρόλαβε να εγκαταλείψει την Καβάλα, αφού η κατάρρευση της εκστρατείας ήταν, στο μεταξύ, γεγονός - η Ελλάδα έστειλε 23.351 άνδρες στην Ουκρανία. Αλλά και στην Οδησσό όταν έφτασαν τα αυτοκίνητα δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν λόγω έλλειψης βενζίνης. Το πρόβλημα φαίνεται να ήταν σοβαρό προκειμένου για τις διακομιδές των τραυματιών στο πλοίο «Αμφιτρίτη», όπως θυμάται ο επίατρος Νικόλαος Σμπαρούνης-Τρίκορφος, διευθυντής του Β’ Στρατιωτικού Νοσοκομείου Διακομιδής με έδρα την Οδησσό, στο Ημερολόγιον της εις Ρωσσίαν εκστρατείας.

Η προσπάθεια να μισθωθούν αυτοκίνητα απέβη άκαρπος, δεδομένου ότι τα μισθώματα ήταν πολύ υψηλά, ενώ πρόβλημα δημιουργήθηκε και με στάθμευση των αυτοκινήτων. Στο Νικαλάιεφ, λόγου χάριν, τα αυτοκίνητα «εστάθμευσαν εις την αυλήν Ρώσου κτηματίου, προθύμως προσφερθέντος προς τούτο, ίνα εξασφαλίση από της μπολσεβικικής διαρπαγής τα εξ αυτοκίνητά του, αφού η μεν δημοτική αρχή της πόλεως, καθαρώς μπολσεβικική, εις ουδεμία ήθελεν μεθ' ημών επαφήν, ο δε διοικητής της πόλεως δεν προέβη εις επιτάξεις πλείστων όσων υποδειχθέντων παρά της ημετέρας υπηρεσίας σταθμών αυτοκινήτων, ίνα μη προκαλέση εξέγερσιν των κατοίκων».

«Στη Σεβαστούπολη με την περίσσεια των εργατικών, που ήσαν πάνω από 15 χιλιάδες», γράφει σε σημειώσεις που στέλνει ο Νεόκοσμος Γρηγοριάδης στη φίλη του Πηνελόπη Δέλτα σχετικά «με την εκστρατεία της Ρουσίας», «η πλειοψηφία του πληθυσμού ήταν αντίθετή μας». Ετσι, οι στρατιωτικοί δεν κυκλοφορούσαν στον δρόμο «ξεμοναχιασμένοι». «Είχαμε και αρκετά φορτηγά αυτοκίνητα», συνεχίζει ο Γρηγοριάδης. «Κανονίσαμε μόνοι μας περιπολίες με αυτά. Πήγαιναν με μικρή ταχύτητα. Ο σωφέρ είχε δύο τυφεκιοφόρους δίπλα του. Μέσα στο αυτοκίνητο ήσαν από ένας οπλοπολυβολητής και ένας χειροβομβιστής από κάθε πλευρά, επιβλέποντας εμπρός και πλάγια, ενώ από τα παράθυρα των σπιτιών κάθε πλευράς τα επέβλεπαν από δύο τυφεκιοφόροι.

Ετσι, διάλυαν τις διαδηλώσεις και τις ομάδες, τα αυτοκίνητα περιπολίας, σαν αληθινά τανκς» -οι εμπειρίες αυτές πιθανόν να αποδείχτηκαν πολύτιμες κατά τη διάρκεια των κινημάτων στις δεκαετίες 1920 και 1930, όπου στους δρόμους της Αθήνας έκαναν την εμφάνισή τους οι «Αύρες» της εποχής - «προσοχή, παιδιά, το αυτοκίνητο σκοτώνει», άκουγαν οι φαντάροι από τον ανθυπολοχαγό Εμμανουήλ Μανιό κατά την αποτυχημένη εκστρατεία στην Ουκρανία - «από τη Ρωσία σύρνει δρόμος ίσια για τη Σμύρνη», σύμφωνα με την απομίμηση δημοτικού τραγουδιού από τον Νεόκοσμο Γρηγοριάδη.

«Εκεί που πηγαίναμε ήσυχοι, ακούσαμε τη βοή ενός αυτοκινήτου. Το είδαμε να πλησιάζει, κατάπληκτοι που ένα αυτοκίνητο εκτελούσε συγκοινωνία μεταξύ δύο πυρών. Παραμερίσαμε να περάσει», θυμάται ο στρατιώτης Χρήστος Καραγιάννης, «αλλά σταμάτησε και άρχισε να σκορπίζει φλόγες από κάθε πλευρά του. Δεν ήταν αυτοκίνητο της συγκοινωνίας αλλά ένα τεθωρακισμένο εφοδιασμένο με ραπτομηχανές, που βελόνιζαν τα παλικάρια και γάζωναν τα σάβανά τους: χάσαμε έντεκα λεβέντες με την πρώτη. Ο διμοιρίτης μας Εμμανουήλ Μανιός φώναζε μεγαλοφώνως “Προσοχή, παιδιά, το αυτοκίνητο σκοτώνει. Μην τουφεκάτε καθόλου, δεν κάνετε τίποτα, μόνο να φύγουμε”. Πού να πηγαίναμε, όμως; Είχαν μαζευτεί τέσσερα αυτοκίνητα με τέσσερα πολυβόλα το καθένα και πολεμούσαν όλο το τάγμα όλη μέρα». Η εμφάνιση των τεθωρακισμένων αυτοκινήτων, τα οποία το βράδυ επιχειρούν υπό το φως προβολέων και εν μέσω ρίψεων φωτοβολίδων, πτοούν τους Ελληνες φαντάρους, «καθ΄ όσον πρώτην φοράν αντιμετώπιζαν το νέον τούτο πολεμικόν μηχάνημα», παρατηρεί ο Νίδερ.

Στο Κίεβο, τώρα, όπου δόθηκαν μάχες δρόμο τον δρόμο, «ο ουλαμός των γιούνγκερς, που πολεμούσε υποχωρώντας, δέχτηκε ενίσχυση, και σ’ αυτήν ήταν μαζί κι ένα θωρακισμένο αυτοκίνητο με μυδράλιο. Ομοιο με πελώρια γκρίζα και χοντροκομμένη χελώνα και με έναν υψωμένο πυργίσκο, το όχημα ανέβηκε στην οδό Μόσχας και εξαπέλυσε, τρεις φορές προς το Πετσέρκ, μια λαίλαπα με ουρά κομήτη ( βλήματα των 7,5 εκατ.) που άφησε ένα συριγμό σαν τα ξερά φύλλα», σύμφωνα με την περιγραφή του Μιχαήλ Μπουλγκάκοφ στη Λευκή φρουρά του. Τότε άρχισε «μια μονομαχία χωρίς πολλές δυνατότητες.

Η γκρίζα χελώνα απέκλεισε την οδό Μόσχας και πότε πότε άφηνε ένα γάβγισμα. Στην έξοδο της οδού Σουβόροφ της απαντούσαν οι σποραδικές ριπές των γιούνγκερς», οι οποίοι, εννοείται, υποχώρησαν μπρος στα θωρακισμένα αυτοκίνητα που κυριαρχούν στον δημόσιο χώρο της πόλης. Αλλά και πέρα από την πόλη, «με εξαιρετική επιτυχία». Ενας δόκιμος, λόγου χάριν, οδηγός θωρακισμένου αυτοκινήτου, «ορκίστηκε ότι, αν τα τέσσερα θωρακισμένα οχήματα χτυπούσαν μαζί, θα μπορούσαν να υπερασπιστούν νικηφόρα την πόλη», εκείνον τον χειμώνα του 1918. Τότε που «ο βόμβος των μηχανών πνίγεται από τα πέτρινα κτίρια και σβήνοντας γίνεται ένα βαρύ μουρμουρητό» και από τις τέσσερις το απόγευμα το φως πυρπολεί «τα παράθυρα των σπιτιών, τις λάμπες στους φανοστάτες, τα αριθμημένα φανάρια των αυτοκινήτων και τις τζαμένιες προσόψεις των κέντρων ηλεκτροπαραγωγής, όπου έβλεπες να γυρίζουν ακούραστα και τρελά οι ρόδες των μηχανών, ταράζοντας το έδαφος ως τα βάθη του» και όπου έβλεπε κανείς να φτάνουν «φυγάδες γκριζομάλληδες τραπεζίτες με τις γυναίκες τους, γνωστοί επιχειρηματίες που άφησαν στη Μόσχα πληρεξούσιους [...], ιδιοκτήτες που εμπιστεύτηκαν τα ακίνητά τους σε πιστούς οικονόμους [...], κοκότες.

Εντιμες κυρίες από αριστοκρατικές οικογένειες, που οι τρυφερές κόρες τους συναναστρέφονταν σκοτεινές παραπλανημένες γυναίκες της Πετρούπολης, με βαμμένα κατακόκκινα χείλια», όλο αυτό το πλήθος, που «γλιστρούσε από όλες τις χαραμάδες», βάδιζε προς την πόλη, όπου όλο το προηγούμενο καλοκαίρι του 1918, «οι σωφέρ με δερμάτινα καφτάνια πηγαινοέρχονταν με σπουδαιοφάνεια [στις οδούς] γύρω στ΄ αυτοκίνητα, που, με τα φανάρια τους αναμμένα ως το χάραμα, λάμπρυναν τη λεωφόρο με τις φωτισμένες κολόνες της».
Κατά την εκκένωση της Οδησσού, η «φάλαγγα Μερεντίτη», από πλευράς αυτοκινήτων, διέθετε 5 επιβατικά αυτοκίνητα, 27 μεταγωγικά αυτοκίνητα και 36 υγειονομικά, εν συνόλω 68 αυτοκίνητα, 55 δίτροχα, 65 κτήνη, και δύναμη 1.325 άνδρες.

Τα αυτοκίνητα λίγο έλειψε να μείνουν από βενζίνη λίγο μετά την αναχώρηση από την Οδησσό. Το πρόβλημα λύθηκε με δύο βαρέλια βενζίνη που «ανακαλύφτηκαν» σε πυρπολούμενο ρωσικό αεροδρόμιο, στον δρόμο προς τη Μικρά Ασία, μέσω Κωνστάντζας και Κωνσταντινούπολης, προκειμένου για τις υπηρεσίες του Υγειονομικού. Ακριβώς στις 28 Απριλίου 1919, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, από τις 9 το πρωί ως τις 8:30 το βράδυ, ο Νικόλαος Σμπαρούνης-Τρίκορφος κάνει «μίαν αξιομνημόνευτον και πλουσίαν εις εντυπώσεις εκδρομήν ανά την πόλιν και τα περίχωρα επ΄ αυτοκινήτου», και καταγράφει λεπτομερώς τη διαδρομή του, την «αρχαιολογική εκδρομήν» του, πριν φύγει για το Εσκή Σεχίρ, την Κιουτάχεια και τον Σαγγάριο, συχνά πυκνά επί τροχών.

Το 1921 τα προαναφερθέντα αυτοκίνητα «δεν θα ήτο δυνατόν να επαρκέσωσι και εις ανάγκας τας παρουσιασθέντας μετά την επιστράτευσιν του έτους εκείνου», οπότε παραγγέλθηκαν νέα, ώστε ο ΕΣ να διαθέτει 2.500 φορτηγά πριν την προέλαση προς την Αγκυρα.